Εκατοντάδες Ελληνοκύπριοι έχουν περάσει μέχρι τώρα στα κατεχόμενα προκειμένου να καταχωρήσουν αίτηση στην «επιτροπή ακινήτων περιουσιών» που δημιούργησε η Τουρκία, εκτελώντας τις σχετικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Μέσα στα εφτά χρόνια λειτουργίας της (ξεκίνησε το 2006) η «επιτροπή» μέσα από έναν επιδέξιο χειρισμό από μέρους της Άγκυρας μετατράπηκε από ένα απλό όργανο επίλυσης ζητημάτων περιουσίας (και αυτή ήταν και η λογική που κυριάρχησε στις αποφάσεις του ΕΔΑΔ) σ’ ένα όργανο διευθέτησης μιας από τις πλέον σοβαρές πτυχές του κυπριακού προβλήματος, περιουσιακό και εδαφικό.
Από τον Μάρτη του 2010 και την απόφαση στην υπόθεση «Δημόπουλος και άλλοι εναντίον Τουρκίας» η «επιτροπή» έχει καταστεί μέρος της διαδικασίας των διαπραγματεύσεων επίλυσης του Κυπριακού καθώς η τουρκική πλευρά παραπέμπει στο εν λόγω όργανο για τις διευθετήσεις σε όσα προβλήματα αφορούν περιουσίες, αλλά και το εδαφικό.
Η λειτουργία της «επιτροπής» μπορεί να χωριστεί σε δύο συγκεκριμένες περιόδους. Από το 2006 μέχρι το 2009 και από 2010 μέχρι σήμερα. Στις δύο αυτές περιόδους βλέπουμε δύο διαφορετικές εικόνες τόσο αριθμητικά όσο και κοινωνικά. Από τον Μάρτη του 2006 οπόταν λειτούργησε η «επιτροπή» (με την πρώτη της μορφή) μέχρι και το τέλος του 2009 οι καταχωρήσεις ήταν μόλις 443. Σημαντικός μεν αριθμός για εκείνη την περίοδο, αλλά σίγουρα πολύ κάτω από τους αριθμούς που καταγράφηκαν στη συνέχεια.
Πιο συγκεκριμένα το 2006 καταχωρήθηκαν 100 αιτήσεις και το 2007 έφτασαν τις 197. Τα επόμενα δύο χρόνια υπήρξαν σημαντική μείωση στις καταχωρήσεις 76 το 2008 και 70 το 2009. Κι αυτό είχε να κάνει με δύο παράγοντες: πρώτον τις διαπραγματεύσεις στο Κυπριακό και την εντύπωση ότι μπορούσε να υπάρξει διευθέτηση και δεύτερον, ότι δεν υπήρχε ακόμα μια ξεκάθαρη εικόνα ως προς το στάτους της «επιτροπής» καθώς βρισκόταν σε εξέλιξη στο ΕΔΑΔ η εκδίκαση της «Δημόπουλος».
Στα πρώτα τέσσερα χρόνια λειτουργίας της «επιτροπής» τα άτομα που προχώρησαν στην καταχώρηση αιτήσεων μπορούν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες. Αυτούς που ήθελαν να πάρουν χρήματα για την περιουσία τους στα κατεχόμενακαι σε αυτούς που ζητούσαν αποζημίωση για την απώλεια χρήσης (κατά τον ίδιο τρόπο γίνονταν οι προσφυγές στο ΕΔΑΔ). Κοινό χαρακτηριστικό και των δύο κατηγοριών ήταν πως γνώριζαν πολύ καλά τι έκαναν και γιατί πήγαιναν στην «επιτροπή» ανεξαρτήτως του ότι υπήρχε διαφορετική προσέγγιση.
Τους πρώτους δύο μήνες του 2010 παρατηρείται ένα σχετικό πάγωμα των καταχωρήσεων προσφυγών σε αναμονή της απόφασης του ΕΔΑΔ με την οποία θα ξεκαθάριζε το σκηνικό σ’ ό,τι αφορά την «επιτροπή» και τις προσφυγές Ελληνοκυπρίων στο Στρασβούργο. Με την έκδοση της απόφασης παρατηρείται η πρώτη σημαντική άνοδος στις καταχωρήσεις από πλευράς Ελληνοκυπρίων. Μέχρι το τέλος του 2010 διπλασιάζονται οι έως τότε καταχωρήσεις καθώς προστίθενται άλλες 397.
Από τον Μάρτη του 2010 και την απόφαση στην υπόθεση «Δημόπουλος και άλλοι εναντίον Τουρκίας» η «επιτροπή» έχει καταστεί μέρος της διαδικασίας των διαπραγματεύσεων επίλυσης του Κυπριακού καθώς η τουρκική πλευρά παραπέμπει στο εν λόγω όργανο για τις διευθετήσεις σε όσα προβλήματα αφορούν περιουσίες, αλλά και το εδαφικό.
Η λειτουργία της «επιτροπής» μπορεί να χωριστεί σε δύο συγκεκριμένες περιόδους. Από το 2006 μέχρι το 2009 και από 2010 μέχρι σήμερα. Στις δύο αυτές περιόδους βλέπουμε δύο διαφορετικές εικόνες τόσο αριθμητικά όσο και κοινωνικά. Από τον Μάρτη του 2006 οπόταν λειτούργησε η «επιτροπή» (με την πρώτη της μορφή) μέχρι και το τέλος του 2009 οι καταχωρήσεις ήταν μόλις 443. Σημαντικός μεν αριθμός για εκείνη την περίοδο, αλλά σίγουρα πολύ κάτω από τους αριθμούς που καταγράφηκαν στη συνέχεια.
Πιο συγκεκριμένα το 2006 καταχωρήθηκαν 100 αιτήσεις και το 2007 έφτασαν τις 197. Τα επόμενα δύο χρόνια υπήρξαν σημαντική μείωση στις καταχωρήσεις 76 το 2008 και 70 το 2009. Κι αυτό είχε να κάνει με δύο παράγοντες: πρώτον τις διαπραγματεύσεις στο Κυπριακό και την εντύπωση ότι μπορούσε να υπάρξει διευθέτηση και δεύτερον, ότι δεν υπήρχε ακόμα μια ξεκάθαρη εικόνα ως προς το στάτους της «επιτροπής» καθώς βρισκόταν σε εξέλιξη στο ΕΔΑΔ η εκδίκαση της «Δημόπουλος».
Στα πρώτα τέσσερα χρόνια λειτουργίας της «επιτροπής» τα άτομα που προχώρησαν στην καταχώρηση αιτήσεων μπορούν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες. Αυτούς που ήθελαν να πάρουν χρήματα για την περιουσία τους στα κατεχόμενακαι σε αυτούς που ζητούσαν αποζημίωση για την απώλεια χρήσης (κατά τον ίδιο τρόπο γίνονταν οι προσφυγές στο ΕΔΑΔ). Κοινό χαρακτηριστικό και των δύο κατηγοριών ήταν πως γνώριζαν πολύ καλά τι έκαναν και γιατί πήγαιναν στην «επιτροπή» ανεξαρτήτως του ότι υπήρχε διαφορετική προσέγγιση.
Τους πρώτους δύο μήνες του 2010 παρατηρείται ένα σχετικό πάγωμα των καταχωρήσεων προσφυγών σε αναμονή της απόφασης του ΕΔΑΔ με την οποία θα ξεκαθάριζε το σκηνικό σ’ ό,τι αφορά την «επιτροπή» και τις προσφυγές Ελληνοκυπρίων στο Στρασβούργο. Με την έκδοση της απόφασης παρατηρείται η πρώτη σημαντική άνοδος στις καταχωρήσεις από πλευράς Ελληνοκυπρίων. Μέχρι το τέλος του 2010 διπλασιάζονται οι έως τότε καταχωρήσεις καθώς προστίθενται άλλες 397.