Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυπριακόν-Αναλύσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυπριακόν-Αναλύσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Το διπλό καπέλο του status quo

Του Δρα Γιάννου Χαραλαμπίδη

Τα τελεσμένα της εισβολής, το κατάλοιπο εξουσίας και οι πηγές εξουσίας

Η διψασμένη από ενέργεια Ευρώπη, ο αγωγός προς την Τουρκία, η «παγωμένη συμμαχία» με το Ισραήλ και η αναθεωρητική στρατηγική της Τουρκίας

ΤΟ ΚΟΙΝΟ ανακοινωθέν και η συνομοσπονδία του «Economist»


Το ζητούμενο δεν είναι μόνο εάν θα εξευρεθεί λύση στο Κυπριακό, αλλά εάν θα είναι λύση επί της ουσίας για την επανένωση ή για τη διχοτόμηση. Όλοι λοιπόν συμφωνούν ότι είναι απαράδεκτο το υφιστάμενο status quo.

 Ερώτημα: Με την υπό συζήτηση λύση στης διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας θα ανατραπεί κατά το θετικότερον ή θα νομιμοποιεί το υφιστάμενο status quo; Και τι θα γίνει γεωπολιτικά η Κύπρος και ο πλούτος της, η ΑΟΖ της και το φυσικό της αέριο; Είναι τυχαίο άραγε που το περιοδικό «Economist» αναφέρει ότι η κοινή δήλωση αποτελεί τμήμα του «σχεδίου Ομπάμα» και ότι οικοδομείται μια «συνομοσπονδία δυο συνιστώντων κρατών» στην Κύπρο, για να φτιαχτεί αγωγός μέσω Τουρκίας και να περάσει το φυσικό αέριο προς τη «διψασμένη Ευρώπη»;

Γεωπολιτική, ΑΟΖ και κατάλοιπο εξουσίας

Το Κυπριακό δεν είναι πρόβλημα μόνο νομικό. Συνεπώς, θα ήταν λάθος να παγιδευτούμε στο τρυπάκι της νομικής διάστασης, που είναι εξόχως σημαντική, αλλά θα πρέπει να την εξετάσουμε σε σχέση με τη γεωπολιτική των πραγμάτων αντίληψη, που είναι συναφής με την ΑΟΖ, το φυσικό αέριο και την ισχύ. Υπάρχει δε, η υποψία ότι η όποια στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ παγώνει, όπως και η επιτάχυνση των διαδικασιών για λήψη απόφασης περί του τερματικού στο Βασιλικό, με αποτέλεσμα:

1. Να κωλυσιεργεί η διαδικασία, με προφανή σκοπό να περάσει ο αγωγός από τα δικά μας οικόπεδα στην Τουρκία μετά τη λύση του Κυπριακού.
2. Να μην έχει ούτε το Ισραήλ άλλη επιλογή, παρά μόνο να εξεύρει άλλους τρόπους μεταφοράς του φυσικού του αερίου, μεταξύ των οποίων και ο αγωγός από τα ισραηλινά οικόπεδα προς την Τουρκία.
Είναι μάλιστα πρόδηλο ότι υπό τις υφιστάμενες συνθήκες, μια τέτοια εξέλιξη είναι δύσκολη, καθότι ο αγωγός θα πρέπει να περάσει από την κυπριακή ΑΟΖ. Οπότε η Τουρκία, με βάση το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, θα είναι κατ΄ ελάχιστον αναγκασμένη να διαβουλευθεί με την Κυπριακή Δημοκρατία. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο αγωγός τίθεται κάτω από την υποχρέωση της Τουρκίας να συζητήσει και στην ουσία να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία.
Η υπό συζήτηση λύση, δηλαδή των δυο ισότιμων συνιστώντων κρατών, που θα προκύψουν από χωριστά δημοψηφίσματα και θα έχουν μία μεν κυριαρχία, η οποία όμως θα πηγάζει εξίσου από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους (χωρίς αναφορά σε λαό), θα εξυπηρετεί ή όχι τα γεωπολιτικά συμφέροντα της Τουρκίας; Είναι πρόδηλο ότι το βόρειο τμήμα της Κύπρου, το οποίο θα συνεχίσει να τελεί, όπως και σήμερα, υπό τον έλεγχο της τουρκικής πλευράς με τη μορφή του τουρκοκυπριακού συνιστώντος κράτους, θα χρησιμοποιηθεί από την Άγκυρα για να εμπεδωθούν τα νομικά και γεωπολιτικά τετελεσμένα της εισβολής και εντός Κύπρου αλλά και περιφερειακά, ανεξαρτήτως εάν η κυριαρχία είναι μία και ενιαία, ή εάν διαιρείται στα δυο ή στα τρία (Μεταξύ δηλαδή συνιστώντων κρατών και κεντρικής ομοσπονδιακή Αρχής).
Εάν, για παράδειγμα, η κυριαρχία είναι μία και το κατάλοιπο εξουσίας των συνιστώντων κρατών θα υπερισχύει ποιοτικά και ποσοτικά της κεντρικής -κοινής ομοσπονδιακής εξουσίας, πώς η κεντρική κυβέρνηση θα μπορεί να ασκεί σε εξωτερικό επίπεδο τη μία κυριαρχία και τη διεθνή εκπροσώπηση; Ή θα υπάρχουν δικλίδες χωριστής άσκησης εξουσιών, εκπροσώπησης και κυριαρχίας, ή θα καταλήγει το νέο πολιτειακό σύστημα σε αδιέξοδα. Με αποτέλεσμα, να ενεργοποιείται ο όποιος μηχανισμός επίλυσης διαφορών, ο οποίος προβλεπόταν στο σχέδιο Ανάν και επί τούτου είχε γίνει συζήτηση στις συνομιλίες επί Προεδρίας Χριστόφια με την τουρκοκυπριακή πλευρά.
Ακόμη, το ομοσπονδιακό σύνταγμα θα είναι ανώτατος νομός εκεί και όπου το ίδιο ρυθμίζει. Στα λοιπά, όπως το κοινό ανακοινωθέν ρητώς αναφέρει, οι εξουσίες θα ασκούνται λόγω του κατάλοιπου εξουσίας αποκλειστικά από τα δυο συνιστώντα κράτη! Για να ήταν το ομοσπονδιακό σύνταγμα κατά τρόπον πλήρη ο ανώτατος νόμος του κράτους, θα έπρεπε το ίδιο να διατηρεί το κατάλοιπο της εξουσίας για να διασφαλίζει στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό την ενότητα του κράτους.

Κανόνες ισχύος και ασφαλιστικές ρήτρες

ΕΓΕΙΡΕΤΑΙ και ένα σοβαρό ερώτημα: Ανεξαρτήτως εάν η κυριαρχία είναι φραστικά μία και ενιαία, στην πράξη θα νομιμοποιηθούν ή όχι εσωτερικά και εξωτερικά (δηλαδή στη σχέση μας με την Τουρκία) τα γεωπολιτικά τετελεσμένα της εισβολής: Πρώτο: Εσωτερικά, η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο για να επιφέρει τον πληθυσμιακό, διοικητικό και εδαφικό διαχωρισμό,

ΤΟΥΡΚΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Του Σάββα Παύλου

μνήμη Νεοκλή Σαρρή

 έντονη απορία μου [...] για το γεγονός ότι η επίσημη tουρκική ιστορική θεωρία ασκεί επιρροή έξω και από τα σύνορα της Τουρκίας. Ali Sait Çetinoğlu, Τούρκος ιστορικός
Όταν ιδρύεται ένα Κέντρο Ελληνικών Σπουδών στην Γερμανία, στην Αμερική  ή σε κάποια άλλη χώρα, δεν θέλουμε να αναπαράγει την ατμόσφαιρα greek souvlaki και greek syrtaki, να αναφέρεται στα ελληνικά θέματα επιφανειακά και διαφημιστικά, θωπεύοντας την αυταρέσκεια και τον εγωισμό μας. Θέλουμε να μιλήσει για την αλήθεια του ελληνικού κόσμου -έστω και αν είναι πικρή, με επιστημονική εμβρίθεια να κάνει τομές, να αναδείξει νέα στοιχεία, να υποδείξει αλληλουχίες των γεγονότων και, εν τέλει, να συντελέσει στην ιστορική, πολιτική, πολιτιστική και κοινωνική αυτογνωσία μας. Αυτά που ζητάμε για τις ελληνικές σπουδές τα ζητάμε, τα ίδια ακριβώς, και για τα κέντρα τουρκικών σπουδών, που δημιουργούνται σε ελληνικά πανεπιστήμια και σε κάθε μέρος του πλανήτη.
Δυστυχώς αρκετοί τουρκολόγοι της Κύπρου και της Ελλάδας  αναπαράγουν μια ειδυλλιακή εικόνα των τουρκολογικών θεμάτων, δεν προχωρούν σε τομές, δεν τολμούν να εκθέσουν προτάγματα κρίσης των εξελίξεων, δεν εμβαθύνουν στην επιστήμη της τουρκολογίας, χαρακτηρίζονται από ιδεοληψίες, ατολμία και φόβο να πουν την αλήθεια. Στο αρχείο μου έχω αποθηκεύσει πολλά τεκμήρια τουρκολογικής μιζέριας και αντεπιστημονικής θεώρησης των πραγμάτων, ο χώρος της εφημερίδας με υποχρεώνει να αρκεστώ σε τρία παραδείγματα.
Περιφανής τουρκολόγος, παίρνει ύφος και μας λέει τη φοβερή αποκάλυψή του: ότι σε έρευνα, που έγινε σε κατεχόμενο χωριό, με κατοίκους τώρα τουρκοκύπριους και εποίκους, στο ερωτηματολόγιο αν θέλουν λύση η πλειοψηφία απάντησε θετικά. Κι αυτό το έλασσον γεγονός, αυτή η ανθυπολεπτομέρεια στο σύνθετο πλέγμα και στο συσχετισμό δυνάμεων του Κυπριακού, καθίσταται μείζον θέμα, προκαλεί θεωρητικές αναλύσεις και άλλες βαθυστόχαστες θολούρες εκ μέρους του τουρκολόγου, λες και το αποτέλεσμα αυτού του ερωτηματολογίου θα μετακινήσει τους αμετακίνητους στόχους της Άγκυρας, που κινούνται σε σίγουρες σιδηροτροχιές. Οι  Κύπριοι τουρκολόγοι αναδεικνύουν τη λεπτομέρεια σε κυρίαρχη, κινούνται με αντεπιστημονικά κριτήρια, ευσεβοποθισμούς και ιδεοληψίες.
Άλλος τουρκολόγος θρηνεί γιατί δεν είχαμε κοινή παιδεία στην Κύπρο, από την εποχή της τουρκοκρατίας αφού, όπως τονίζει, ελληνοκύπριοι και τουρκοκύπριοι θα ζούσαν σε ένα κοινό κράτος. Η ιδεοληψία είναι εκκωφαντική. Ο  τουρκολόγος προχωρεί σε αξιολόγηση του παρελθόντος όχι με βάση τις πραγματικές συνθήκες ύπαρξης των λαών της τότε εποχής αλλά με βάση ιδεολογίες του παρόντος. Στην οθωμανική αυτοκρατορία, που έφτανε, τον 19ο αιώνα, από την Αδριατική μέχρι το Κουβέιτ, η παιδεία ήταν υπόθεση των μιλετιών. Στο νησί μας όμως οι ανεπανάληπτοι Κύπριοι, μόνοι εντός της απέραντης αυτοκρατορίας, θα έκαναν κάτι διαφορετικό. Δεν είναι μόνο αυτό. Ο 19ος αιώνας ήταν η εποχή του εθνισμού. Εκλύθηκαν κολοσσιαίες ιστορικές δυνάμεις, που ήθελαν δημιουργία εθνικών κρατών, ενοποίηση, επέκταση ή απελευθέρωση περιοχών με ομοεθνείς. Όμως, κατά τον φοβερό Κύπριο τουρκολόγο, οι φοβεροί Κύπριοι, αντίθετοι με τα ρεύματα του καιρού, θα έκαναν κάτι διαφορετικό. Όμως οι Κύπριοι του 19ου αιώνα ήταν φυσιολογικοί άνθρωποι και μέσα στο πνεύμα του καιρού τους. Η μουσουλμανική μειονότητα ήθελε διαιώνιση της τουρκοκρατίας και η ελληνική πλειονότητα ήθελε τερματισμό  της τουρκικής κατοχής, η ευτυχέστερη λήξη θα ήταν η Ένωση με την Ελλάδα. Ποια κοινή παιδεία θα έκαναν άνθρωποι με τόσο αντίθετους στόχους όσον αφορά το κύριο, δηλαδή το μέλλον του νησιού; Οι επαρχιώτες Κύπριοι τουρκολόγοι, που αγνοούν το σύνολο και τα κύρια θέματα της τουρκοκρατίας, που αγνοούν την Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο και τις κύριες κινητήριες δυνάμεις της Ιστορίας του 19ου αιώνα, έχουν την απάντηση στο τσεπάκι τους. Εύκολη και ευκολοχώνευτη.
Άλλος τουρκολόγος προχωρεί σε μελετήματα

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Η εκτέλεση ενός κράτους

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Κοσμήτορας Σχολής Διεθνών
Σπουδών, Επικοινωνίαςκαι Πολιτισμού
Παντείου Πανεπιστημίου


Η 16η Μαρτίου 2013 σφράγισε ανεξίτηλα την Κύπρο ως κοινωνία, ως κράτος, αλλά και ως προοπτική και παρουσία σε έναν ταραγμένο κόσμο, και φυσικά στην ίδια την Ευρώπη, η οποία υπήρξε και ο εκτελεστής της κρατικής της υπόστασης. Αυτό που συνέβη τη 16η Μαρτίου δεν ήταν απλώς αυτό που συνηθίζεται να αποκαλείται ως κούρεμα καταθέσεων, με την έννοια της εξυγίανσης ενός τραπεζικού συστήματος, το οποίο έπασχε, αλλά επρόκειτο για την κεκαλυμμένη ληστεία των Κυπρίων και ξένων καταθετών, και για την καταβαράθρωση του κυπριακού κράτους με την προσχηματική προβολή του επιχειρήματος της σωτηρίας της Κύπρου και του εξορθολογισμού της κυπριακής οικονομίας. Ουσιαστικά, αυτό το οποίο έλαβε χώρα εκείνες τις ημέρες είχε ήδη συζητηθεί εκτενώς και προαποφασισθεί ως ενδεχόμενο πολύ πριν από τον Μάρτιο του 2013. Το ενδεχόμενο αφορούσε στην αναζήτηση ενός πειραματόζωου, επί του οποίου θα εφαρμοζόταν το μέτρο του κουρέματος στις καταθέσεις, ως μέτρο εξυγίανσης και αυτοχρηματοδότησης των τραπεζών που είναι προβληματικές.

Η μικρή και πολιτικά αδύναμη

Στην Ευρωζώνη ήσαν έξι χώρες με σοβαρά οικονομικά προβλήματα του τραπεζικού συστήματος, αλλά και του δημοσίου τομέα, με την έννοια των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Προεκρίθη η μικρή και πολιτικά αδύναμη Κύπρος, για να δοκιμασθεί η αντίδραση και οι επιπτώσεις από τη σφαγή στην οικονομία, διότι ακριβώς κάθε χώρα έχει και την αντιμετώπιση που αντικατοπτρίζει, όχι μόνο το μέγεθος, κυρίως την ικανότητα της ηγεσίας της να αντιστέκεται και να προβάλλει μεγαλύτερο κόστος από ό,τι όφελος σε κάθε επιχειρούντα να πλήξει τα συμφέροντα της χώρας.

Η Κύπρος υπέστη μεγαλύτερο πλήγμα απ' ό,τι το 1974, στον βαθμό που παρά την εισβολή και την κατοχή του 37% της κυπριακής επικράτειας, το κράτος παρέμεινε όρθιο, αξιόπιστο και ισχυρό, έχοντας διεθνή αναγνώριση, όχι μόνο στο νομικό και θεσμικό, αλλά και στο πολιτικό επίπεδο. Η Κύπρος ως Κυπριακή Δημοκρατία προέβαλε μια διεθνή αξιοπιστία μετά το 1974, την οποία θαύμαζαν εχθροί και φίλοι. Υπήρξε ο αναμφισβήτητος και απόλυτος άρχων του κυπριακού χώρου ως υποκείμενο διεθνούς δικαίου, και αν φρόντιζε η διαχρονική της ηγεσία να σχεδιάσει την στρατηγική της απελευθέρωσης με συμμαχίες και συντονισμένες ενέργειες, η Κύπρος θα κατάφερνε να αποκαταστήσει τη διεθνή νομιμότητα στα πάτρια εδάφη της.

Αυτό που έκαναν οι εταίροι της Κύπρου τον Μάρτιο του 2013 δεν ήταν απλώς η καταλήστευση των καταθέσεων χιλιάδων πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας και καταθετών που εμπιστεύθηκαν το κυπριακό χρηματοπιστωτικό σύστημα, αλλά ένα καίριο πλήγμα στην κυπριακή οικονομία, η οποία αποτελούσε το ισχυρό χαρτί υπόστασης του κυπριακού κράτους και επίσης ένα δυνατό μέσο διεκδίκησης της ελευθερίας του τόπου.

Οι παρενέργειες

Πέραν όμως του πλήγματος, υπάρχουν και οι παρενέργειες στη διεθνή υπόσταση και αξιοπιστία της Κύπρου ως πολιτικής κρατικής οντότητας, και όχι μόνο ως οικονομικού μεγέθους. Πρέπει να σημειωθεί, ειρήσθω εν παρόδω, πως τέτοιου είδους μέθοδοι κρατικής και, εν προκειμένω, εξωκρατικής καταλήστευσης καταθέσεων σε μια χώρα συνέβησαν στον 20ό αιώνα μόνο σε δύο περιπτώσεις. Η πρώτη ήταν η απόφαση του χιτλερικού καθεστώτος να δεσμεύσει τις καταθέσεις των Εβραιών υπέρ του Τρίτου Ράιχ. Η δεύτερη περίπτωση είναι στην Τουρκία το 1942, όπου το κεμαλικό καθεστώς επέβαλε με το Varl?k Vergisi τον φόρο ιδιοκτησίας, δηλαδή τη δέσμευση καταθέσεων όλων των μη μουσουλμάνων Τούρκων υπηκόων, όπως των Εβραίων, Ελλήνων, Αρμενίων και άλλων, έτσι ώστε να απομειωθεί ο ρόλος και η οικονομική τους επιρροή στο τουρκικό πολιτικό σύστημα.

Έχουμε λοιπόν, μετά τον Χίτλερ και τους Νεότουρκους, τους συμμάχους και εταίρους της Κύπρου στην Ευρωζώνη, οι οποίοι χρησιμοποίησαν τις ίδιες μεθόδους, προκαλώντας μια συνολική συρρίκνωση του ήδη τραυματισμένου κυπριακού κράτους στην οικονομία, στην πολιτική και στη διεθνή αξιοπιστία. Υπογραμμίζεται εν προκειμένω πως η Κύπρος εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση προσδοκώντας τη συμβολή της Ένωσης και του ευρωπαϊκού πολιτικού πολιτισμού, δηλαδή του ευρωπαϊκού κεκτημένου, στη λύση του κυπριακού προβλήματος, ώστε οι Ευρωπαίοι να συμβάλουν στην αποκατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, του κράτους δικαίου και της δημοκρατίας στο εδώ και τέσσερις δεκαετίες κατεχόμενο από την Τουρκία πολύπαθο νησί.

Αντί τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου, οι Ευρωπαίοι συνέστησαν στους Κυπρίους να αποδεχθούν το ρατσιστικό σχέδιο Ανάν, το 2004, ενώ η ένταξη

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Ο συγκρουσιακός δυισμός στην Τουρκία

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Κοσμήτορας Σχολής Διεθνών Σπουδών,
Επικοινωνίας και Πολιτισμού
Παντείου Πανεπιστημίου


Οι εξελίξεις που λαμβάνουν χώραν τις τελευταίες ημέρες, εβδομάδες, μήνες στην Τουρκία και που κορυφώνουν ή αναδεικνύουν συγκρουσιακά δομές παθογενείς και συμπτώματα παρακμής ενός πολιτικού συστήματος που βρίσκεται εδώ και χρόνια σε οιονεί μετάβαση, φέρνουν στη σκέψη μας λόγια του αείμνηστου Νεοκλή Σαρρή, ο οποίος συνήθιζε να λέει πως η κρίση του πολιτικού συστήματος της Τουρκίας, υποβόσκουσα ή ενεργή, αποτυπώνει στην ουσία μια διαρκή επικαιροποίηση του άλυτου Ανατολικού Ζητήματος, που συνεχίζεται εδώ και τριακόσια περίπου χρόνια.

Η επικαιροποίηση αυτή αφορά στη διευθέτηση σε κρατικό, πολιτικό και πολιτισμικό επίπεδο του χώρου της Τουρκίας σε σχέση με συμφέροντα και ανταγωνισμούς μεγάλων δυνάμεων, αλλά και οριοθέτηση εθνικών επιδιώξεων, κυρίως όμως πολιτιστικής ταυτότητας οντοτήτων και πληθυσμιακών ομάδων, κοινωνικών συλλογικοτήτων που βρέθηκαν εγκατεστημένες στον χώρο του οθωμανικού-τουρκικού κράτους και που υποχρεώθηκαν βιαίως να ενσωματωθούν σε ένα κρατικό μόρφωμα, που πολιτισμικά, κοινωνικά και πολιτικά, δεν τους εξέφραζε.

Αυτή η διαίρεση, που είναι οριζόντια και κάθετη στον χώρο της Τουρκίας, εκδηλώθηκε με τις πρώτες εκφάνσεις φιλελευθερισμού και αναγνώρισης στοιχειώδους διαφορετικότητας, όπως αναδύεται τα τελευταία χρόνια με την άνοδο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην εξουσία, ο οποίος προκειμένου να πραγματώσει το ισλαμικό του όραμα, φιλελευθεροποίησε με τον δικό του ιδιάζοντα τρόπο τις δυνατότητες της θρησκευτικής ελευθερίας στο τουρκικό πολιτικό σύστημα.
Η τουρκική κοινωνία ήταν ήδη εδώ και δεκαετίες, για να μην πούμε αιώνες, διαιρεμένη μεταξύ της ισλαμικής - μουσουλμανικής μη αναπτυγμένης με τα δυτικά πρότυπα ανατολής και του κόσμου της δυτικής Τουρκίας των μεγάλων αστικών κέντρων που ενσωματώνουν μια δυτικόστροφή ιδεολογία κάθετα αντίθετη με τις ισλαμικές παραδόσεις, αντιλήψεις, νοοτροπίες και πολιτικές συμπεριφορές. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικούς και συγκρουόμενους κόσμους, τους οποίους το κεμαλικό καθεστώς κατάφερε να καλύψει προσωρινά σε μια πολιτική αντίληψη εθνικού κράτους ή τουρκικού εθνικισμού, ο οποίος εν τέλει δεν μπόρεσε να γεννήσει και να οικοδομήσει ή να θεμελιώσει μια τουρκική εθνική ταυτότητα, κατά το πρότυπο της δυτικής πολιτικής κουλτούρας, που να ξεπερνά το Ισλάμ και τη θρησκευτική ταυτότητα.
Η Τουρκία βιώνει σήμερα το δράμα της ανάδειξης μιας δομικής σύγκρουσης, η οποία είναι εκ των πραγμάτων αξεπέραστη, αφού δεν είναι σε θέση να ενώσει τη μετεξέλιξη της δυτικόστροφης κοινωνίας των μεγάλων αστικών κέντρων που διεκδικεί πλέον ελευθερίες και δικαιώματα, που κοινωνικοποιήθηκε πολιτικά με ταχύτατους ρυθμούς και που διεκδικεί ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου.
Ο Ερντογάν, πέραν της σύγκρουσης που υφείρπε και που αναδεικνύεται σήμερα, και την οποία δεν υπολόγιζε, δεν μπορούσε να προβλέψει εξαιτίας της αλαζονείας του δεσποτικού, επικοινωνιακού του χαρίσματος, την επίθεση του δασκάλου, μέντορα και καθοδηγητή του, του εξ Αμερικής επιτιθέμενου, Φετουλάχ Γκιουλέν. Ο Γκιουλέν ήταν εκείνος που παρέδωσε μέσα από την καταπληκτική δικτύωση που είχε επιτύχει στις δομές και τους θεσμούς του τουρκικού κράτους, την εξουσία των κεμαλιστών στον Ερντογάν, προσφέροντάς του στο πιάτο το κεφάλι του στρατεύματος, δηλαδή την ηγεσία του κεμαλικού κράτους.

Οι διασυνδέσεις που είχε στη δικαιοσύνη, την Αστυνομία και τις μυστικές υπηρεσίες συνέβαλαν καθοριστικά στην πρωτοφανή και απρόβλεπτη, ταχύτατη εξάρθρωση των κεμαλιστών και αποδόμηση του κεμαλικού

Τουρκία Δολοφόνοι Εισβολείς

Της Φανούλας Αργυρού
Εν μια νυχτί ξεσκεπάστηκε ένα σκάνδαλο διαφθοράς που μαστίζει τη Τουρκία εδώ και χρόνια. Από το καιρό του μ. Τουργκούτ Οζάλ και τις συναλλαγές του με τον Α. Ναδίρ, της Τανσού  Τσιλέρ και τις δικές της διασυνδέσεις για λαθρεμπόρια μέχρι σήμερα με την νυν κυβέρνηση Ερτογάν,  οι ξένες μυστικές υπηρεσίες κατέγραφαν σίγουρα και καθημερινά με κάθε λεπτομέρεια τα πάντα.
Η σιωπή βέβαια δεν είναι πάντα χρυσός. Χρησιμοποιείται μέχρι τη στιγμή που δεν πάει άλλο. Για μια χώρα βυθισμένη στη διαφθορά, στην αντιδημοκρατικότητα, στη βαρβαρότητα, στις στερήσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που έχει στις φυλακές της το μεγαλύτερο αριθμό δημοσιογράφων στο κόσμο, που είναι κατακτητής και εισβολέας  με 40,000 στρατό εισβολής και κατοχής σε μια άλλη χώρα και διαλαλεί ξεδιάντροπα τις φιλοδοξίες της να επαναφέρει την οθωμανική αυτοκρατορία πίσω τον 21ο αιώνα ήταν επόμενο ότι θα ερχόταν η ημέρα της … αποκάλυψης! Ο Θεός βρήκε τρόπο να τη προσγειώσει ανώμαλα.  Όπως λένε « God works in many mysteriousways”…
Αποκαλύφθηκαν λοιπόν οι κρυφές συναλλαγές της Τουρκίας με το Ιράν και η νέα της φιλο-Ιρανική στρατηγική με μεγαλύτερους στόχους… Και με Τούρκους αξιωματούχους να λέγεται ότι εισέπραξαν £40 εκατομμύρια λίρες σε δωροδοκίες για να βοηθούν το Ιράν να μεταφέρνει λαθραία δισεκατομμύρια δολάρια αποφεύγοντας τις κυρώσεις εναντίον του, σύμφωνα με έρευνα της τουρκικής Αστυνομίας για τη διαφθορά. Και πάει λέγοντας το σκάνδαλο, με γιούς αξιωματούχων να εγκαταλείπουν την Τουρκία, περιλαμβανομένου και του γιού του ιδίου του πρωθυπουργού Τ. Ερτογάν για να αποφύγουν τις συλλήψεις.
Ενώ όμως η τουρκική κυβέρνηση βομβαρδίζεται κυριολεκτικά από το δυτικό Τύπο και ΜΜΕ με άρθρα, αποκαλύψεις, αναλύσεις για τα τεκταινόμενα στη Τουρκία και τη διαφθορά, τους ξένους επενδυτές να ξεφορτώνονται όσα όσα τις μετοχές και επενδύσεις τους σε τουρκικά ιδρύματα (πράγμα που δεν γινόταν μέχρι πριν λίγες εβδομάδες),   τι παρατηρείται στη Κύπρο; Αντί να τύχουν αυτά τα γεγονότα άμεσης εκμετάλλευσης από τη δική μας πλευρά (προτού βρεθούμε με μια νέα χειρότερη για το Κυπριακό τουρκική κυβέρνηση)  τη για 40 χρόνια θύμα  της κατοχικής Τουρκίας, και τόσο η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο και οι οργανώσεις των ομογενών Βρετανίας και Αμερικής να τρέξουν να προβάλουν το θέμα της Κύπρου ως θέμα εισβολής και κατοχής –ειδικά στην ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ – εγκαταλείποντας την ΤΟΥΡΚΟ-ΒΡΕΤΑΝΙΚΗ διάλυση της χώρας με την ρατσιστική διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, συνεχίζουν με μια ελεεινή και κατάπτυστη σιωπή, την δουλοπρεπή και ανάξια πολιτική τους επιμένοντας στις τουρκο-βρετανικές απαιτήσεις!  Ουσιαστικά είναι ίσως οι μόνοι,  χέρι με χέρι με τους επίσημους Βρετανούς,  που  συμπαραστέκονται στην Τουρκία!

Να παγώσει κάθε προσπάθεια – Η Τουρκία δεν θα αποδεχθεί λύση που δεν της παραχωρεί την Κύπρο

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ
Χωρίς αμφιβολία η Τουρκία είναι ένα ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί . Οι εξελίξεις, που είναι καταιγιστικές, πιθανότατα θα αλλάξουν το πολιτικό σκηνικό στη χώρα.Λόγω της οξύτατης πολιτικής κρίσης, και παρά το γεγονός ότι στη Λευκωσία υποστηρίζουν ότι η τουρκική εξωτερική πολιτική είναι δεδομένη και έχει συνέχεια, η Άγκυρα δεν μπορεί να λάβει αποφάσεις για τα κρίσιμα προβλήματα που την απασχολούν, πολύ περισσότερο για το Κυπριακό, το οποίο θεωρείται στρατηγικό ζήτημα, γεμάτο ολοκόκκινες γραμμές.
Η επιμονή της κυπριακής Κυβέρνησης να δημοσιοποιεί την επιθυμία της για έναρξη των διαπραγματεύσεων, προκαλεί θυμηδία ακόμα και σ’ αυτούς που υποτίθεται ότι την… πιέζουν για να λάβει μέρος σε συνομιλίες με στόχο την ταχύτατη διευθέτηση του Κυπριακού. Αυτή η επιμονή, που προφανώς στοχεύει να αποδείξει τη γνωστή σε όλους βούληση του Προέδρου της Δημοκρατίας, είναι αντίθετη προς τη νέα φιλοσοφία, που επιχειρούν να εισαγάγουν ο κ. Νίκος Αναστασιάδης και οι συνεργάτες του. Δηλαδή, την εμπλοκή της ίδιας της Τουρκίας.
Και πώς σκέφθηκαν να επιτύχουν την τουρκική εμπλοκή; Ο Κύπριος ηγέτης ζήτησε από την Αθήνα να αποδεχθεί την «εκ του σύνεγγυς» τετραμερή, με τις επισκέψεις των διαπραγματευτών στις «μητέρες-πατρίδες», δημιουργώντας ένα κάκιστο προηγούμενο.
Και τι συνέβη; Ξαφνικά ευρέθη ενώπιον ενός σκοπέλου: της έλλειψης συνομιλητών στην Άγκυρα, αφού η Τουρκία φαίνεται να εισέρχεται σε παρατεταμένη περίοδο κρίσης, χωρίς να αποκλείεται και το ενδεχόμενο να αναλάβει ο στρατός. Και στις δύο περιπτώσεις, πόσω μάλλον σε περίοδο οξύτατης οικονομικής κρίσης για την Κύπρο, δεν πρέπει να ξεκινήσει καμία διαπραγμάτευση. Αντίθετα θα πρέπει να το δηλώσει ο ίδιος ο κ. Αναστασιάδης και σε όσους τον… πιέζουν, και δημόσια, ότι οι προσπάθειες πρέπει να παγώσουν μέχρις ότου ξεκαθαρίσει η πολιτική κατάσταση στην Τουρκία. Αυτό πράττουν οι ηγέτες.
Ποιος λογικός άνθρωπος δεν θα αποδεχθεί την απόφαση του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας; Τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης φέρουν τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ, Μπαν Κι Μουν, να ομιλεί «για παράθυρο ευκαιρίας» και άλλα τέτοια κουραφέξαλα. Άβουλος είναι, αλλά όχι βλάκας. Διότι εάν όντως ισχύει η δήλωσή του, τότε ο κ. Μπαν Κι Μουν πρέπει μόλις να κατέβηκε στα μέρη μας από τον… Άρη. Ούτε παράθυρο ευκαιρίας υπάρχει, ούτε πόρτα, ούτε τρύπα. Και όσοι υποστηρίζουν κάτι τέτοιο, είναι αυτοί που προσβλέπουν σε κλείσιμο του Κυπριακού με συνοπτικές διαδικασίες και εις βάρος των Ελληνοκυπρίων.
Μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση η φερόμενη ως δήλωση του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ, διότι στη συνομιλία που είχε με τον Κύπριο Πρόεδρο, ο ίδιος ο Μπαν Κι Μουν του είπε ότι «πρέπει να περιμένουμε» μέχρις ότου ξεκαθαρίσει η κατάσταση στην Τουρκία.
Από την εισβολή και μετά, όλοι οι Πρόεδροι, συμπεριλαμβανομένου και του μακαρίτη Τάσσου Παπαδόπουλου, έτρεμαν την απειλή ότι ο γενικός γραμματέας θα επιρρίψει τις ευθύνες στην ελληνοκυπριακή πλευρά. Αυτός ο φόβος, που δυστυχώς μπήκε και στο πετσί των νέων διπλωματών, καθοδηγεί δυστυχώς την πολιτική της Λευκωσίας για το εθνικό θέμα. Έχουν περάσει σχεδόν 40 χρόνια και αυτή η απαράδεκτη τακτική μας φόρτωσε τη ρατσιστική λύση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας και παρήγαγε πολλά φιλοτουρκικά σχέδια, με χειρότερο το κείμενο του Κόφι Ανάν, το οποίο δεν είχε διαβάσει ούτε ο ίδιος. Διότι, αν το είχε φυλλομετρήσει, θα γνώριζε ότι το δικαίωμα ένας πολίτης-μία ψήφος, το κατήργησε κατά παράβαση του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ.

Τρίτη 21 Μαΐου 2013

Ποιες διεξόδους έχει πλέον η Κύπρος


Κρίση είναι εκείνη η κατάσταση απρόσμενων, έκρυθμων και ταχύτατων εξελίξεων που εμπεριέχει την προοπτική σύγκρουσης ή κατάληξης σε αποτελέσματα με απρόβλεπτες ή και καταστροφικές συνέπειες για τον ή τους εμπλεκόμενους. Η κρίση είναι χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ζωής αλλά και της πολιτικής, εσωτερικής και διεθνούς, και, κατά την κινεζική αντίληψη, εμπεριέχει την προοπτική των αντιφατικών στοιχείων της επιτυχίας ή της καταστροφής. [1]
Τα αίτια μιας κρίσης, όπως και κάθε σύγκρουσης ή μοιραίου συμβάντος, συνήθως υφέρπουν, χωρίς ωστόσο να την προκαλούν. Αρκεί όμως ένα γεγονός, τυχαίο ή από πρόκληση, ένας λανθασμένος χειρισμός ή απόφαση που ως πυροκροτητής θα θέσει τις διαδικασίες σε κίνηση. Τούτο κατέστη φανερό στην διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ιδιαίτερα μετά την κρίση της Κούβας, και οδήγησε αφενός τη θεωρία των Διεθνών Σχέσεων να μελετήσει πρώτη το φαινόμενο, αφετέρου τον πρώην Υπουργό Άμυνας των ΗΠΑ Μακναμάρα να διατυπώσει την άποψη ότι εφεξής δεν θα πρέπει να σκεπτόμαστε και να δρούμε με όρους εξωτερικής πολιτικής, αλλά με όρους διαχείρισης κρίσης.
Έκτοτε, και προς αντιμετώπιση του φαινομένου, για πολιτικοστρατιωτικές και οικονομικές καταστάσεις έντονου ανταγωνισμού και υψηλού κινδύνου ή για την αντιμετώπιση φυσικών και τεχνολογικών καταστροφών, έχουν δημιουργηθεί από κρατικούς ή άλλους φορείς αντίστοιχοι μηχανισμοί διαχείρισης κρίσεων και, φυσικά, ο απαραίτητος σχεδιασμός και εκπαίδευση των στελεχών. Βασικό στοιχείο τού σχεδιασμού και της εκπαίδευσης είναι η ύπαρξη έμπειρου πυρήνα διαχείρισης κρίσης, η σαφής διάγνωση της κατάστασης, η ύπαρξη εναλλακτικών στρατηγικών που να στηρίζονται σε συντελεστές ισχύος, καθώς και ο απαραίτητος συντονισμός μεταξύ όλων των εμπλεκομένων στη διαχείριση της κρίσης. Κύρια δε απαίτηση κατά τη διαχείριση μιας κρίσης είναι η με ψυχραιμία υιοθέτηση αποφάσεων εξαιρετικής σημασίας (με υψηλό κόστος) και φυσικά υπό, την προσδιοριζόμενη από το μεγάλο κόστος και τον περιορισμένο χρόνο, μεγάλη πίεση.
Η τελευταία περιπέτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση εσωτερικής, ευρωπαϊκής και διεθνούς κρίσης, η οποία, λόγω της κατάστασης στην οποία βρίσκεται η Κύπρος, της θέσης της στη διεθνή σκακιέρα, αλλά και της τρέχουσας συγκυρίας στην ευρύτερη περιοχή της, συνδυάζει στο έπακρο τη χρηματοπιστωτική και την πολιτικοστρατιωτική διάσταση. Η εν λόγω κρίση χαράχθηκε ήδη στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων και, μετά από την απαιτούμενη και στην επιστημονική μελέτη ψύχραιμη σκέψη, εκτιμώ ότι θα διδάσκεται, τουλάχιστον από τους Έλληνες μελετητές, ως ένα από τα κορυφαία παραδείγματα μιας τραγικά λανθασμένης διαχείρισης κρίσης.
Σκοπός του παρόντος είναι να τεθεί η τρέχουσα κρίση στην ιστορική της προοπτική – αντιπαραβάλλοντας ό,τι ίσχυε μέχρι το τέλος του 2011 – και στη συνέχεια να επιχειρηθεί η ανάλυση της τρέχουσας κατάστασης και των πιθανών συνέπειών της.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ
Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ένα μικρό κράτος με έκταση 9.251 τ.χλμ. και πληθυσμό στην ελεύθερη περιοχή 862.000 κατοίκους. Μετά την εισβολή του 1974, το 36,2% του εδάφους της τελεί υπό τουρκική κατοχή. Έκτοτε η Δημοκρατία, βιώνει τις συνέπειες της παράνομης χρήσης ή απειλής χρήσης βίας εναντίον της, σε καθημερινή βάση.
Η Δημοκρατία, μετά την καταστροφή του 1974, κατόρθωσε να ανασυγκροτηθεί, να αναπτυχθεί και να καταγράψει ορισμένες πολύ σημαντικές επιτυχίες. Πρώτη επιτυχία της ήταν η διεθνοποίηση του Κυπριακού, το οποίο κατόρθωσε επί σαράντα σχεδόν χρόνια να το κρατήσει ανοικτό, να περιορίσει τις αναγνωρίσεις του ψευδοκράτους και, με ελάχιστες εξαιρέσεις, να παραμένει η μοναδική διεθνώς αναγνωρισμένη κρατική οντότητα στο νησί.
Δεύτερη επιτυχία ήταν η απορρόφηση και η αποκατάσταση δεκάδων χιλιάδων προσφύγων, η οικιστική και τουριστική ανοικοδόμηση στις ελεύθερες περιοχές και η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών της στα διεθνώς υψηλότερα. Οι οικονομικοί δείκτες είναι χαρακτηριστικοί: κατά το έτος 2001, όταν είχαν αρχίσει οι διαπραγματεύσεις για την ένταξη στην ΕΕ, το δημοσιονομικό έλλειμμα της Δημοκρατίας επί του ΑΕΠ ήταν 2,1%, το δημόσιο χρέος 58,7% και το κατά κεφαλήν εισόδημα 14.500 δολάρια.
Τρίτη επιτυχία, μετά από προσπάθειες που άρχισαν το 1989, ήταν η ένταξη της Δημοκρατίας, την 1η Μαΐου 2004, στην ΕΕ, χωρίς προηγουμένως να έχει λυθεί το Κυπριακό. Μάλιστα, η ένταξη στην ΕΕ δημιούργησε τις συνθήκες ώστε αφενός να εκφραστούν οι πολίτες κατά το δυνατόν ελεύθερα στο δημοψήφισμα για το σχέδιο Ανάν (24.04.2004) και αφετέρου στην αντιμετώπιση των όποιων συνεπειών της απόρριψής του. Η ένταξη στην ΕΕ ενδυνάμωσε το κύρος της διχοτομημένης Δημοκρατίας, αύξησε πολιτικά την ασφάλειά της, προσέφερε έναν ακόμη πολιτικό και οικονομικό συντελεστή ισχύος στις προσπάθειες για επίλυση του Κυπριακού, ενίσχυσε την αυτοπεποίθηση των πολιτών και οδήγησε τελικώς στην υιοθέτηση του Ευρώ (2008).
Η τέταρτη και πιο πρόσφατη επιτυχία ήταν ο εντοπισμός υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο και, φυσικά, η στρατηγική που οδήγησε σε αυτόν. Τα αποθέματα φαίνεται να είναι σημαντικά. Σύμφωνα με εκτιμήσεις Γεωλογικής Έκθεσης της κυβέρνησης των ΗΠΑ, στη θαλάσσια έκταση μεταξύ Κύπρου και Ισραήλ υπάρχουν 122 τρισεκατομμύρια κυβικά πόδια φυσικού αερίου, ενώ, συγκριτικά όλες οι χώρες της ΕΕ μαζί διαθέτουν 86.2 τρις κυβικά πόδια φυσικού αερίου. [2] Η κυβέρνηση της Κύπρου στις 28 Δεκεμβρίου 2011 εξήγγειλε ότι μόνο στο «αλίπεδο 12» υπάρχουν μεταξύ 5 και 8 τρισ. κυβικά πόδια φυσικού αερίου με μέση τιμή τα 7 τρισ. Η καθαρή του αξία υπολογίζεται σε 21 δισεκατομμύρια ευρώ, αντιστοιχεί στο 10% του συνολικού φυσικού αερίου στην ΑΟΖ και δύναται να ικανοποιήσει τις ανάγκες της Κύπρου για τα επόμενα 200 χρόνια. [3]
Ο εντοπισμός και η προοπτική εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων ήταν αποτέλεσμα μιας πολυδιάστατης στρατηγικής που ξεκίνησε με την ανακήρυξη και οριοθέτηση της ΑΟΖ με την Αίγυπτο (17.03.2003), λίγο πριν τη λήξη της θητείας του προέδρου Κληρίδη, αναπτύχθηκε και ολοκληρώθηκε κατά το μέγιστο μέρος από τον πρόεδρο Παπαδόπουλο (01.03.2003-29.02.2008) και ολοκληρώθηκε από τον πρόεδρο Χριστόφια (01.03.2008-28.02.2013). Το εναρκτήριο βήμα της κυβέρνησης Παπαδόπουλου ήταν η απαραίτητη θεσμική προετοιμασία: επικύρωσε τη συμφωνία με την Αίγυπτο, οριοθέτησε την ΑΟΖ με τον Λίβανο, επιχείρησε να έρθει σε συμφωνία οριοθέτησης με την Συρία και νομοθέτησε όλα εκείνα τα απαιτούμενα για την έρευνα των υδρογονανθράκων μέτρα. Το επόμενο βήμα ήταν η συνεργασία με ισχυρούς παράγοντες της ενεργειακής αγοράς και του διεθνούς συστήματος: ως ανάδοχος εταιρεία για τις έρευνες επελέγη η Αμερικανική Noble Energy Inc., η οποία διεξήγε ταυτοχρόνως έρευνες και για το Ισραήλ.
Το τρίτο βήμα τής στρατηγικής ήταν η αντιμετώπιση της επιθετικότητας της Τουρκίας – ζήτημα το οποίο έμελε να διαχειρισθεί και η κυβέρνηση Χριστόφια. Αμφότερες οι κυβερνήσεις επέδειξαν ψυχραιμία στις τουρκικές (πολιτικές και στρατιωτικές) προκλήσεις και πέτυχαν την υποστήριξη των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου, της ΕΕ, της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ρωσίας στο δικαίωμα της Δημοκρατίας να διεξάγει έρευνες και να εκμεταλλευθεί μελλοντικά τους φυσικούς πόρους της ΑΟΖ. Το τελευταίο βήμα τής στρατηγικής ήταν η συμφωνία οριοθέτησης της ΑΟΖ με το Ισραήλ, η οποία συνοδεύτηκε από σειρά συμφωνιών σε διαφορετικούς τομείς, σημαντικότερος των οποίων ήταν η αμυντική συνεργασία.
ΟΙ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ
Κάθε κράτος διαθέτει ορισμένα πλεονεκτήματα που προσελκύουν το ενδιαφέρον άλλων, ισχυρότερων παραγόντων του διεθνούς συστήματος. Το γνωστό πλεονέκτημα της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι η γεωγραφική της θέση, στοιχείο που ήταν η αιτία για πολλές από τις περιπέτειες του νησιού στην ιστορία του. Την στρατηγική σημασία της Κύπρου περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Νταβούτογλου:
«Μία χώρα που παραμελεί την Κύπρο δεν είναι δυνατόν να έχει έναν αποφασιστικό λόγο στις παγκόσμιες και περιφερειακές πολιτικές. Δεν μπορεί να είναι δραστήρια στις παγκόσμιες πολιτικές, διότι αυτό το μικρά νησί κατέχει μια θέση που μπορεί να επηρεάσει άμεσα τους στρατηγικούς συνδέσμους μεταξύ της Ασίας και της Αφρικής, της Ευρώπης και της Αφρικής και της Ευρώπης και της Ασίας. Και δεν μπορεί να είναι δραστήρια στις περιφερειακές πολιτικές, διότι η Κύπρος με την ανατολική της άκρη ομοιάζει με ένα βέλος στραμμένο προς τη Μέση Ανατολή και με τη δυτική της άκρη συγκροτεί τον θεμέλιο λίθο των στρατηγικών ισορροπιών της Ανατολικής Μεσογείου, των Βαλκανίων και της Βόρειας Αφρικής». Και,
«(…) Ακόμη κι αν δεν υπήρχε ούτε ένας μουσουλμάνος Τούρκος εκεί, η Τουρκία όφειλε να διατηρεί ένα Κυπριακό ζήτημα. Καμία χώρα δεν μπορεί να μείνει αδιάφορη σε ένα τέτοιο νησί που βρίσκεται στην καρδιά του ζωτικού της χώρου». [4]
Σε αυτήν την αναγνωρισμένη διεθνώς στρατηγική αξία της Κύπρου ήρθαν να προστεθούν οι συμφωνίες με το Ισραήλ και η προοπτική εκμετάλλευσης των πόρων της ΑΟΖ στο τέλος του 2011. Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τα γεγονότα της Αραβικής Άνοιξης στη Λιβύη, την Αίγυπτο, αλλά και την συνεχιζόμενη σύγκρουση στη Συρία, προκάλεσαν μερική αναδιάταξη των πολιτικοστρατιωτικών ισορροπιών τής Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
Η πρώτη αλλαγή ήταν η στρατιωτική συμφωνία Ελλάδας και Ισραήλ και η προοπτική για περαιτέρω συνεργασίες στον ενεργειακό και στον αμυντικό τομέα. Πέρα από τις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις Ελλάδας-Ισραήλ, η αεροπορική κυρίως παρουσία τού τελευταίου στην κυπριακή ΑΟΖ το Σεπτέμβριο και το Δεκέμβριο 2011, όταν εμφανίσθηκαν στο χώρο των ερευνών τα Τουρκικά πολεμικά, ήταν κρίσιμη αλλά και συμβολική. Ερμηνεύτηκε ως βούληση του Ισραήλ να εξισορροπήσει έστω και μερικώς την απώλεια της στρατιωτικής του συνεργασίας με την Τουρκία μέσω των συμφωνιών του με την Κύπρο και την Ελλάδα, αλλά και να αναζητήσει μέσω κοινών ναυτικών ασκήσεων με την Ελλάδα, για πρώτη φορά στην ιστορία του, στρατηγικό βάθος στη θάλασσα.
Η δεύτερη αλλαγή ήταν ο σχετικός αναπροσανατολισμός τής εξωτερικής πολιτικής της Κύπρου η οποία, από την εποχή της ανεξαρτησίας, έθετε ως προτεραιότητα τις άριστες -ει δυνατόν- σχέσεις της με τον Αραβικό κόσμο και, με εξαίρεση την ΕΕ, απέφευγε να εμπλακεί σε πολιτικοστρατιωτικές δομές της Δύσης. Η συνεργασία με τη Noble Energy Inc. έφερε την Κύπρο πιο κοντά στο αμερικανικό οικονομικό γίγνεσθαι και η συμφωνία με το Ισραήλ της προσέφερε μεγαλύτερη πρόσβαση στην εσωτερική πολιτική σκηνή των ΗΠΑ.
Από την άλλη πλευρά, η προσέγγιση της Κύπρου με το Ισραήλ δημιούργησε επιφυλάξεις στην Αίγυπτο, που εκφράσθηκαν με δηλώσεις οι οποίες δημιούργησαν περιοδικά αμφιβολίες ως προς τη στάση της Αιγύπτου έναντι των συμφωνιών οριοθέτησης και περαιτέρω συνεργασίας που έχει συνάψει με την Κύπρο. Επίσης, η θεαματική βελτίωση των σχέσεων με το Ισραήλ θεωρείται η αιτία της καθυστέρησης επικύρωσης εκ μέρους του Λιβάνου της συμφωνίας οριοθέτησης της ΑΟΖ του 2007.
Η προοπτική εκμετάλλευσης των ενεργειακών πόρων προκάλεσε το ενδιαφέρον της Ρωσίας, τόσο για λόγους οικονομικούς, όσο και στρατηγικούς που επιτείνει η προοπτική ανατροπής του φιλικού προς τη Μόσχα καθεστώτος Άσαντ και η απώλεια της ναυτικής της βάσης στην Ταρτό. Το ενδιαφέρον εκφράσθηκε για πρώτη φορά ευθέως με επιστολή το 2006 του Ρώσου αναπληρωτή πρωθυπουργού Ζουκόφ προς τον πρόεδρο Παπαδόπουλο. Επιβεβαιώθηκε δε τόσο με την παρουσία ρωσικών ναυτικών δυνάμεων στην περιοχή κατά την περίοδο των ερευνών ανεύρεσης των κοιτασμάτων (Σεπτέμβριος και Δεκέμβριος 2011), όσο και στις συζητήσεις μεταξύ υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας και προέδρου Χριστόφια στο πλαίσιο των εργασιών της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ (Σεπτέμβριος 2011).[5]
Τέλος, ως ενδιαφέρον της Γερμανίας για τους ενεργειακούς πόρους και την ευρύτερη περιοχή ερμηνεύθηκε και η πρώτη στην ιστορία των δύο κρατών επίσκεψη καγκελαρίου στη Λευκωσία, στις 11 Ιανουαρίου 2011. Πιθανολογήθηκε επίσης ότι, καθώς η Γερμανία ικανοποιεί το μεγαλύτερο ποσοστό των αναγκών της σε φυσικό αέριο από τη Ρωσία, η προοπτική διοχέτευσης του φυσικού αερίου προς τη Δυτική Ευρώπη δεν την αφήνει αδιάφορη. Τελικά, ίσως αυτά να μην ήταν τα μόνα ενδιαφέροντα της καγκελαρίου.
ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
Τα αίτια της κρίσης που έπληξε την Κύπρο είναι πολλαπλά. Ασφαλώς, όπως σήμερα επίμονα επαναλαμβάνουν ορισμένα ισχυρά οικονομικώς κράτη της ΕΕ, ο τραπεζικός τομέας της Κύπρου ήταν μεγάλος αναλογικά με το ΑΕΠ της. Τούτο μπορεί να απασχόλησε τα όργανα της ΕΕ και ορισμένα κράτη μέλη από την εποχή των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, εντούτοις δεν φάνηκε να τα προβληματίζει για όσο καιρό η Κύπρος δεν ζητούσε οικονομική βοήθεια και για όσο καιρό η οικονομική κρίση δεν μάστιζε την ίδια την ΕΕ. Άλλωστε, το ποιος και με ποια εκ των προτέρων γνωστά κριτήρια μπορεί να αποφανθεί ότι ο τραπεζικός τομέας του ενός ή του άλλου κράτους της ευρωζώνης ή της ΕΕ είναι λανθασμένα διογκωμένος δεν έχει θεσπισθεί.
Εκτιμώ ότι τρία κυρίως γεγονότα βρίσκονται στη ρίζα της παρούσας τεράστιας κρίσης. Το πρώτο είναι διαχρονικό και αφορά όλες τις κατά την τελευταία εικοσαετία κυβερνήσεις της Δημοκρατίας και τις διοικήσεις των Τραπεζών, οι οποίες τοποθέτησαν τα πλεονάζοντα κεφάλαια στην οικοδομική ανάπτυξη ή σε επενδύσεις υψηλού κινδύνου και χρηματοδότησαν την αύξηση της κατανάλωσης μέσω δανείων. Και πάλι όμως, ο αντίλογος είναι ότι το εν λόγω μοντέλο ανάπτυξης δεν αμφισβητήθηκε για όσο δεν υπήρχαν δανειακές ανάγκες της Δημοκρατίας και των τραπεζών.
Το δεύτερο είναι η χρηματοδότηση της διόγκωσης του δημόσιου τομέα και του κοινωνικού κράτους που επιχείρησε η κυβέρνηση Χριστόφια, σε συνδυασμό με ένα τυχαίο εξ όσων γνωρίζουμε συμβάν, την έκρηξη στο Μαρί. Το εν λόγω γεγονός διέλυσε εν μέσω της τουριστικής περιόδου του θέρους 2011 την ενεργειακή βάση τής Κύπρου και οδήγησε στην εκτόξευση του δημοσιονομικού ελλείμματος και την εξ αυτού αύξηση των δανειακών αναγκών του δημόσιου τομέα.
Το τρίτο είναι η οικονομική κρίση της Ελλάδας και το «κούρεμα» των ομολόγων του Ελληνικού δημοσίου στα οποία ήταν εκτεθειμένες οι κυπριακές τράπεζες. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν περί τα 4 με 5 δισ. ευρώ, χωρίς η κυβέρνηση της Κύπρου να διεκδικήσει μέτρα προστασίας για τις τράπεζές της αντίστοιχα με εκείνα που υιοθετήθηκαν για τις ελληνικές.
Στα παραπάνω μπορεί να προστεθεί ένα ακόμη συγκυριακής φύσης αίτιο: η μεγάλης διάρκειας προεκλογική εκστρατεία, η πολιτική αδυναμία διεκδίκησης μιας νέας προεδρικής θητείας από τον πρόεδρο Χριστόφια και το κόμμα του, και η διαφαινόμενη κυβερνητική αλλαγή. Έτσι, η προοπτική απώλειας της εξουσίας από το ΑΚΕΛ, η αποχώρηση του ΔΗ.ΚΟ από την κυβερνητική πλειοψηφία, η έντονη κριτική τής προεκλογικής περιόδου, η ιδεολογική αντίθεση του ΑΚΕΛ στην υιοθέτηση αποφασιστικών και αντιλαϊκών μέτρων, καθώς και η έλλειψη πολιτικής νομιμοποίησης για υιοθέτηση τέτοιων αντιλαϊκών μέτρων κατά τη λήξη της θητείας Χριστόφια, οδήγησαν στην αδράνεια αντιμετώπισης των όποιων πρώιμων αλλά ξεκάθαρων για τον επερχόμενο κίνδυνο προειδοποιήσεων.
Στα αίτια που αφορούν την κυπριακή πλευρά, μπορεί να αναφερθεί και ένα τελευταίο που αφορά την οικονομική ηγεσία και τα ισχυρά κράτη της Ευρωζώνης. Και τούτο είναι η διαμορφωθείσα κατάσταση υπεροχής των πλούσιων κρατών του βορρά της ΕΕ, οι ενδεχόμενοι φόβοι τους για τυχόν διάδοση της κρίσης σε άλλα κράτη, αλλά κυρίως οι υπό αδικαιολόγητες και ενίοτε αλαζονικά αυστηρές προϋποθέσεις δανειοδότηση των σε οικονομική ανάγκη εταίρων τους. Η αντιμετώπιση των δανειακών αναγκών τής Κύπρου δεν λαμβάνει χώρα σε ένα ιστορικό κενό, καθώς έχει προηγηθεί αφενός η με διαφορετικά κριτήρια διαχείριση αντιστοίχων αναγκών άλλων κρατών, αφετέρου η επαναλαμβανόμενη πολιτική ανάμειξη των κρατών του βορρά στις εσωτερικές και δη πολιτικές εξελίξεις κρατών, όπως της Ελλάδας και πιο πρόσφατα της Ιταλίας.
Η συγκεκριμένη συμπεριφορά των οικονομικά ισχυρών κρατών απέναντι σε ένα από τα μικρότερα κράτη της ΕΕ καθίσταται πολιτικά αναιτιολόγητη και αποτυγχάνει κατά την αξιολόγησή της υπό το φως του κριτηρίου της αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ. Περαιτέρω δε ενισχύει τις δυνάμεις του ευρωσκεπτικισμού, αναλαμβάνει τον κίνδυνο χρεοκοπίας ενός λαού, αλλά και εξόδου έστω και μιας μικρής χώρας από το ευρώ με ό,τι και αν αυτό συνεπάγεται. Επιπλέον, τροφοδοτεί τα επιχειρήματα περί ηγεμονικών επιδιώξεων ορισμένων κρατών εντός της ΕΕ, αλλά και το ενδιαφέρον να ελεγχθούν προοδευτικά τα κοιτάσματα της κυπριακής ΑΟΖ.
Σε αυτό το σκηνικό των αιτίων της κυπριακής κρίσης ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις στην συνάντηση των υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης, την Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013, με θέμα τη σύναψη δανειακής σύμβασης μεταξύ της τριμερούς και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα λάθη που κατεγράφησαν οδήγησαν στην κρίση και στην με ανυπολόγιστες συνέπειες για τον κυπριακό λαό έκβασή της.
Η ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ
Η αρχική περίοδος κάθε θητείας είναι η πλέον δύσκολη και εκείνη κατά την οποία συνήθως ξεσπούν οι κρίσεις, είτε διότι η εκάστοτε νέα ηγεσία θεωρείται ή είναι όντως απροετοίμαστη είτε διότι οι διάφοροι αντίπαλοι και ομάδες συμφερόντων στο εσωτερικό και το εξωτερικό επιχειρούν να την «μετρήσουν». Πράγματι, μπορεί να επιχειρηματολογήσει κανείς πως ο από την 1η Μαρτίου 2013 πρόεδρος είχε ελάχιστο χρόνο να προετοιμασθεί για να αντιμετωπίσει ορθά την κρίση. Αντίστροφα, μπορεί να ευσταθεί και το επιχείρημα ότι ο νέος πρόεδρος έπρεπε να είχε προετοιμασθεί, καθώς η συζήτηση για τα οικονομικά προβλήματα δέσποσαν στην προεκλογική περίοδο και εξελέγη διότι, σύμφωνα με τα όσα υποστήριζε το επιτελείο του, είχε πείρα, σχέδιο και διεθνείς επαφές ώστε να τα αντιμετωπίσει. Επίσης, εξελέγη δεσμευόμενος ότι ο ίδιος δεν θα δεχόταν ποτέ «κούρεμα» των καταθέσεων.
Σε κάθε περίπτωση, τα μηνύματα για τις προθέσεις των ισχυρών της ΕΕ αναφορικά με τη επιβολή φόρου (levy) στις καταθέσεις είχαν σταλεί από το 2012 και στη νέα κυβέρνηση από τις αρχές Μαρτίου – ουσιαστικά δηλαδή από την ανάληψη των καθηκόντων της. Είναι δε βέβαιο ότι τις προθέσεις αυτές γνώριζε ο πρόεδρος από τις συναντήσεις του στα πλαίσια της Συνόδου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, στις 14 Μαρτίου, δηλαδή τουλάχιστον μια ημέρα πριν από την κρίσιμη συνεδρίαση του Eurogroup.
Με βάση αυτά τα στοιχεία η βέλτιστη λύση για την κυπριακή πλευρά θα ήταν να αποφύγει πάση θυσία τη συνεδρίαση του Eurogroup ή προσερχόμενη στη συνεδρίαση να διαθέτει όχι απλώς ένα εναλλακτικό σχέδιο, αλλά στρατηγική εξόδου (exit strategy) από τη συγκεκριμένη συνεδρίαση με σκοπό να κερδηθεί χρόνος και να αναζητήσει λύσεις και συμμαχίες. Ποτέ κατά τη θεωρία δεν εισέρχεται κανείς σε διαπραγματεύσεις χωρίς προηγουμένως – στο μέτρο του εφικτού – να έχει προετοιμάσει το πλαίσιο της διαπραγμάτευσης, χωρίς να έχει στρατηγική εξόδου [6], χωρίς τυχόν συμμάχους, και χωρίς, με δεδομένη την προεδρική φύση του πολιτεύματος της Δημοκρατίας, την στήριξη των πολιτικών δυνάμεων ώστε τουλάχιστον να υπάρχει μια ελάχιστη εσωτερική συσπείρωση ή συνευθύνη.
Τίποτε από αυτά δεν έγινε και βρέθηκε η κυπριακή πλευρά να πρέπει να αποφασίσει μέσα τα ξημερώματα της 16ης Μαρτίου αν θα αντιμετωπίσει τη λαϊκή δυσφορία της φορολόγησης όλων των πολιτών ή αν θα φορολογηθούν μόνο οι μεγαλοκαταθέτες, πράγμα το οποίο θα οδηγούσε αφενός στη φυγή πολλών και μεγάλων κεφαλαίων, αφετέρου στην εκδηλωθείσα δυσαρέσκεια της Ρωσίας. Τελικά η κυπριακή ηγεσία επέλεξε να φορολογηθούν όλοι από το πρώτο ευρώ, χάνοντας τη στήριξη όλων στο εσωτερικό, αλλά και του πιθανολογούμενου συμμάχου στο εξωτερικό.
Από την πλευρά της, η πολιτική και οικονομική ηγεσία της ΕΕ και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου αισθανόταν ότι απέναντί της είχε ένα μικρό κράτος και υιοθέτησε, όπως περιγράφεται στη θεωρία, μια πολύ σκληρή τακτική (bullying behavior). Γνώριζε τη μεγάλη ανάγκη της Κύπρου για ρευστό, ότι η Κύπρος δεν θα έβρισκε εύκολα άλλους συμμάχους στο εξωτερικό, όπως επίσης ότι η Δευτέρα 18 Μαρτίου (και η Δευτέρα 25) ήταν ημέρα αργίας για την Κύπρο (και την Ελλάδα). Θεωρούσε ότι απέναντί της υπήρχε ένας νέος πρόεδρος, ιδεολογικά πιο κοντά στις απόψεις της από τον προηγούμενο, ο οποίος είχε πολύ πρόσφατη τη λαϊκή εντολή, χωρίς ωστόσο να λαμβάνει υπόψη της την προεδρική φύση του πολιτεύματος της Κύπρου, ότι δηλαδή οι βουλευτές καταψηφίζοντας τη συμφωνία δεν θα βρίσκονταν αντιμέτωποι με τα φάσμα μιας εκλογικής αναμέτρησης. Με βάση τα παραπάνω, στο τέλος της συνεδρίασης, αποδέχθηκε να φορολογηθεί το σύνολο των καταθέσεων, παραβιάζοντας έτσι τη βασική εγγύηση των καταθέσεων μέχρι του ύψους των εκατό χιλιάδων ευρώ και προκαλώντας την τραπεζική αστάθεια στην Κύπρο.
Μετά την εν λόγω απόφαση, η ηγεσία της Κύπρου, κινούμενη κάτω από εξαιρετικά αυστηρά χρονικά πλαίσια, συνέχισε την χωρίς κανένα σχέδιο και χωρίς ψυχραιμία αντιμετώπιση της κατάστασης. Ο πρόεδρος απηύθυνε δραματοποιημένο διάγγελμα, ίσως εκτιμώντας ότι θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα με εκείνο του προέδρου Παπαδόπουλου για το σχέδιο Ανάν (2004) και ίσως υπερεκτιμώντας την πολιτική του επιρροή στο εσωτερικό. Όμως, η κατάσταση ήταν διαφορετική, καθώς αυτή τη φορά δεν υπήρχε η απαραίτητη προετοιμασία και ενημέρωση, δεν υπήρχε το δίχτυ ασφαλείας μιας επικείμενης ενίσχυσης της χώρας, όπως η ένταξή της το 2004 στην ΕΕ, και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν θα ψήφιζε ο λαός αλλά οι βουλευτές, μεταξύ των οποίων ο πρόεδρος δεν είχε δεδομένη την πλειοψηφία.
Ακολούθησε η ψηφοφορία της 17ης Μαρτίου στη Βουλή των Αντιπροσώπων κατά την οποία απερρίφθη, χωρίς ουδεμία ψήφο υπέρ της, η προταθείσα συμφωνία. Και τότε άρχισε μια νέα σειρά προσπαθειών για το περίφημο Plan B’, το οποίο βασιζόταν κυρίως στη λανθασμένη εκ μέρους της κυπριακής ηγεσίας ανάγνωση του διεθνούς περιβάλλοντος και του ρόλου μιας μεγάλης δύναμης, αλλά και στην υπερεκτίμηση – ίσως όχι αδικαιολόγητα με βάση τη μέχρι τώρα συμπεριφορά ισχυρών παραγόντων – ως διαπραγματευτικού χαρτιού της προοπτικής εκμετάλλευσης των ενεργειακών πόρων της Μεσογείου και του ενδιαφέροντος της Ρωσίας και της Γερμανίας γι’ αυτούς.
Η λανθασμένη αντίληψη του διεθνούς περιβάλλοντος συνίστατο στις πραγματικές διαθέσεις, στην ικανότητα, αλλά και στα ανταλλάγματα που τυχόν θα ζητούσε η Ρωσία για την οικονομική υποστήριξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι πραγματικές διαθέσεις σχετίζονται με το κατά πόσο η Ρωσία επιθυμεί τον έλεγχο των κατατεθειμένων στην Κύπρο κεφαλαίων Ρώσων πολιτών ή να συμμετάσχει στην εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων. Η ικανότητα συναρτάται με το κατά πόσο η ίδια χώρα επιθυμεί να αναλάβει την πιθανότητα να δυσαρεστήσει ισχυρούς εμπορικούς και ενίοτε πολιτικούς εταίρους, όπως τη Γερμανία. Τέλος, ως προς τα ανταλλάγματα, το εφικτό της εναλλακτικής λύσης για την Κύπρο συνδέεται με το κατά πόσο η τελευταία, και ειδικά η φιλοδυτική κυβέρνηση Αναστασιάδη, θα μπορούσε ή θα της επιτρεπόταν να ικανοποιήσει τυχόν αίτημα της Ρωσίας για παραχώρηση στρατιωτικών διευκολύνσεων στο νησί.
Τα αποτελέσματα αυτής της τραγικής εκ μέρους όλων των πλευρών διαχείρισης της κρίσης, που άρχισε με τη συνεδρίαση του Eurogroup στις 15/16 Μαρτίου και ολοκληρώθηκε στη συνεδρίασή του στις 24/25 με την υιοθέτηση σκληρότερων μέτρων, είναι γνωστά, χωρίς ωστόσο να εξηγηθεί το τι άλλαξε μόλις σε μια εβδομάδα ώστε τα μέτρα να γίνουν πιο επώδυνα. Το θέμα είναι, βέβαια, το τι θα συμβεί από εδώ και πέρα, ιδιαίτερα στο διεθνές πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο.
Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ
Είναι βέβαιο ότι, μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση και την τεράστια οικονομική ζημία της Κυπριακής Δημοκρατίας, η αντιμετώπιση των μεγάλων πολιτικών και οικονομικών ζητημάτων που βιώνει θα είναι πιο δύσκολη, υπό την έννοια ότι το κύρος της έχει πληγεί, η διαπραγματευτική της ικανότητα έχει μειωθεί και οι σχετικής αξίας συντελεστές ισχύος της έχουν αποδεκατισθεί. Στο Κυπριακό Ζήτημα αναμένεται να δούμε ακόμη μεγαλύτερη αδιαλλαξία εκ μέρους των Τουρκοκυπρίων, ενώ η κυπριακή πλευρά θα είναι διαπραγματευτικά πιο ευάλωτη στην όποια διεθνή πρωτοβουλία αναληφθεί. Μένει, επίσης, να δούμε ποια θα είναι πλέον η στάση της ΕΕ στο Κυπριακό, ιδιαίτερα μετά την κρίση στην οποία ήδη έχουν περιέλθει οι σχέσεις μεταξύ αυτής και της Κύπρου.
Στο ζήτημα των ενεργειακών πόρων είναι βέβαιο πως η Τουρκία θα επιχειρήσει – με μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας αυτή τη φορά – να καθυστερήσει την εκμετάλλευσή τους προωθώντας το μέχρι τώρα γνωστό επιχείρημά της ότι δικαίωμα στους πόρους και στην εκμετάλλευσή τους έχουν και οι Τουρκοκύπριοι. Μάλιστα, μετά την κρίση και μετά το πρώτο λιώσιμο των πάγων στις σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ χάρη στην απολογία Νετανιάχου για την υπόθεση του Μαβί Μαρμαρά, θα πρέπει να παρακολουθήσουμε και την εφεξής στάση του Ισραήλ στα θέματα των πόρων της Μεσογείου. Σε κάθε περίπτωση, δεν αναμένεται από πλευράς Ισραήλ να παρουσιασθεί η ίδια με το παρελθόν προνομιακή μονομέρεια στις σχέσεις του με την Τουρκία. Πολύ περισσότερο όταν το Ισραήλ γνωρίζει την οπορτουνιστική συμπεριφορά της Τουρκίας στον Αραβικό κόσμο, αλλά και τα γεωγραφικά πλεονεκτήματα που μπορεί να του παράσχει η Κύπρος έναντι της Τουρκίας.
Βεβαίως, η οικονομική κρίση δεν θα μειώσει το ενδιαφέρον των πετρελαϊκών εταιρειών για τους θαλάσσιους πόρους. Εντούτοις, είναι προφανές ότι σε κατάσταση ύφεσης τα ποσά που θα αποκομίσει η Κύπρος δεν θα είναι τα ίδια με εκείνα που θα απεκόμιζε υπό διαφορετικές συνθήκες. Αναμένεται, επίσης, ότι η υλοποίηση της όποιας συμφωνίας με άλλα κράτη, όπως η ηλεκτρική σύνδεση Ισραήλ, Κύπρου και Ελλάδας με υποβρύχιο καλώδιο, θα καθυστερήσει λόγω του περιορισμού των κεφαλαίων.
Στο τραπέζι, ασφαλώς θα τεθούν και οι σχέσεις της Κύπρου με την ευρωζώνη, αλλά και με την ίδια την ΕΕ. Οι πολίτες της Κύπρου, όπως και της Ελλάδας, της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και σύντομα και της Γαλλίας παρακολουθούν να διαμορφώνεται στον οικονομικό, και εξ αυτού και στον πολιτικό τομέα, μια ΕΕ με την οποία είναι δυσαρεστημένοι. Τίθεται συνεπώς το ερώτημα αν και κατά πόσο η Κυπριακή Δημοκρατία, με βάση την σχεδόν καθολική δυσαρέσκεια και σε συνδυασμό με τις παραδοσιακές σχέσεις της με το Ηνωμένο Βασίλειο θα βρεθεί σύντομα στην εντός της ΕΕ ομάδα κρατών του ευρωσκεπτικισμού. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η Κύπρος αναζήτησε λύση εκτός πλαισίου της ΕΕ, μια τέτοια εξέλιξη είναι πιθανή, ανεξαρτήτως των δεσμεύσεων που τυχόν αναπτυχθούν λόγω της δανειακής σύμβασης.
Τέλος, όπως προβλέπει η θεωρία, οι κρίσεις έχουν ως αποτέλεσμα να αποσαφηνίζουν καταστάσεις. Το πρώτο που αποκαλύφθηκε είναι η πραγματικότητα για τις σχέσεις Κύπρου και Ρωσίας και τον ρόλο της τελευταίας, για τον οποίο άλλωστε οι προσδοκίες μερίδων του Ελληνισμού έχουν κατ’ επανάληψη διαψευσθεί. Για μια ακόμη φορά, όπως το 1974, η Ρωσία δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες των Ελληνοκυπρίων, θέτοντας τέλος στον όποιο αφελή πολιτικό σχεδιασμό που ήθελε τη Ρωσία «προστάτη» της Κύπρου, ενώ διαψεύσθηκαν οι φήμες περί του μεγάλου ενδιαφέροντός της για τους ενεργειακούς πόρους της Μεσογείου.
Το δεύτερο που διευκρινίσθηκε, πέραν πάσης αμφιβολίας πλέον, είναι η πρωτοκαθεδρία της Γερμανίας και των κρατών του βορρά εντός της ΕΕ. Η Γαλλία – ένα μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας και πρώτη πολιτική και στρατιωτική δύναμη εντός της ΕΕ μέχρι πρόσφατα – παρέμεινε στο περιθώριο και σύρθηκε στην πολιτική της Γερμανίας. Το δε Ηνωμένο Βασίλειο, ως μη συμμετέχον στην ευρωζώνη, κράτησε αποστάσεις, σχολιάζοντας ωστόσο αρνητικά την επίθεση στις καταθέσεις που αποφάσισε το Eurogroup.
Το τρίτο και ίσως σημαντικότερο στοιχείο που καταγράφηκε στην περίοδο της κρίσης είναι η σχετική σιωπή των ΗΠΑ. Ίσως να πρόκειται για μια πολιτική μη ανάμειξης σε μια εσωτερική υπόθεση της ΕΕ, στην οποία διαβιβάσθηκε η δυσαρέσκεια για τη φορολόγηση των καταθέσεων κάτω των εκατό χιλιάδων ευρώ και της ζητήθηκε να σταθεροποιήσει την τραπεζική αγορά της. Ίσως να πρόκειται και για αναμονή τής ένταξης προοδευτικά της Κύπρου στις νατοϊκές δομές (Partnership for Peace), σύμφωνα και με τις προεκλογικές δεσμεύσεις του προέδρου Αναστασιάδη, γεγονός που θα έκλεινε διά παντός το ζήτημα του ανταγωνισμού των επιρροών στο συγκεκριμένο, στρατηγικά σημαντικότατο σημείο για τη Μέση Ανατολή. Σε κάθε περίπτωση, οι εξελίξεις, και ειδικά αυτές σε σχέση με τη Συρία, το Ισραήλ και το Ιράν, θα δώσουν σύντομα τις απαντήσεις ως προς τη συμπεριφορά της υπερδύναμης.
Το τι θα κάνει η Κύπρος είναι, βεβαίως, το κύριο ζήτημα. Η συμπεριφορά ενός κράτους στο διεθνές σύστημα προσδιορίζεται, όπως το έδειξε και η κρίση, από τις ορθές ή λανθασμένες αποφάσεις τής ηγεσίας του και, κυρίως, από τις ανάγκες του, όπως αυτές προσδιορίζονται εσωτερικά αλλά και εξωτερικά από την κατανομή ισχύος και το διεθνές του περιβάλλον. Οι εξελίξεις στη Συρία, τα συμφέροντα της Κύπρου στη θάλασσα, η επιθετικότητα της Τουρκίας, η αδυναμία της Ελλάδας να την ενισχύσει, η απομυθοποίηση της Ρωσίας, καθώς και η εντός της ΕΕ ηγεμονική συσπείρωση των κρατών τού βορρά, σε συνδυασμό με τον καλπάζοντα ευρωσκεπτικισμό στους πολίτες, δημιουργούν για την Κύπρο την ανάγκη να επιζητήσει εγγυήσεις για την ασφάλειά της και τα συμφέροντά της από ισχυρούς παράγοντες του διεθνούς συστήματος εκτός της ΕΕ.
Τα επόμενα χρόνια η Κυπριακή Δημοκρατία θα έχει τεράστια ανάγκη εσόδων. Κυριαρχεί η σκέψη ότι αυτά μπορούν να εξευρεθούν από την ασφαλή εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων της Μεσογείου. Αυτό το δεδομένο, η πιθανότητα η ενεργειακή συμμαχία Γερμανίας και Ρωσίας να προτιμά άλλες χώρες παραγωγούς από την Κύπρο και άλλες ενεργειακές οδούς από την αναδυόμενη στο νότο, οι σχέσεις με το Ισραήλ, καθώς και οι εξ αιτίας της Συρίας στρατιωτικές και πολιτικές ανάγκες, φαίνεται να ορίζουν την κατεύθυνση προς την οποία μπορεί να αναζητηθεί η αναγκαία υπεράκτια εξισορρόπηση.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Για την κρίση βλ. Ηλίας Κουσκουβέλης, Λήψη Αποφάσεων, Κρίση, Διαπραγμάτευση, Αθήνα, Παπαζήσης, 1996.
[2] Hurriyet Daily News, 23 Sep. 2012,http://www.hurriyetdailynews.com/cyprusatthecrossroads.aspx?pageID=238&n…
[3] Ο Φιλελεύθερος, 29.12.2011, http://www.philenews.com/el-gr/New-Homepage-With-Slider/4995/90521/sta-1…
[4] Αχμέτ Νταβούτογλου, Το στρατηγικό βάθος. Η διεθνής θέση της Τουρκίας, Αθήνα, Ποιότητα, 2010, σ. 274-5 και 279.
[5] Η Σημερινή, 24 Οκτωβρίου 2011, σ. 44,http://www.sigmalive.com/files/filefield/2/8/7/Simerini24102011.pdf.
[6] Κουσκουβέλης, Λήψη Αποφάσεων, σ. 141.
 πηγή: Foreign Affairs (13/05/13), «Ποιες διεξόδους έχει πλέον η Κύπρος», Ηλίας Κουσκουβέλης, καθηγητής στη Θεωρία Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

Α ν α (ν) κ ω χ ή… Α Κ Ε Λ - Δ η Σ υ !

Με τον Λάζαρο Μαύρο

Δ Ι Α Σ Τ Α Σ Η λαού και ηγεσίας αποτελεί μια πολύχρονη πτυχή της πολιτικής πραγματικότητας. Κείνο που και οι νυν κυβερνώντες περιγράφουν ως «διαχρονικές θέσεις της πλευράς μας» στο Κυπριακό, και ως «διζωνική πολιτική όλων των κυβερνήσεων», είχε και έχει απέναντί του, εναντιωμένη κι απορριπτική, την πλειοψηφία του λαού. Το 'δειξε αυτοπροσώπως ο λαός, με το 76% στο δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004.
Απέρριψε το διζωνικό προϊόν της «διαχρονικής πολιτικής» 1977-2004. Δύο ήσαν, τότε, τα ενδεικτικότερα της ασυμφωνίας ηγεσίας - λαού: Αμφότερα αποκάλυψαν την αλήθεια στους χώρους των δύο μεγαλύτερων κομματικών ηγεσιών, ανέκαθεν προσηλωμένων στη διζωνική, ΑΚΕΛ και ΔηΣυ, που επαίρονταν ότι δήθεν εξέφραζαν το… 70% του λαού:
- Η ΜΕΝ ΗΓΕΣΙΑ του ΑΚΕΛ εξαναγκάστηκε από την απορριπτική πλειοψηφία των Ακελιστών (λόγω… «εθνικιστικού παροξυσμού», έλεγε ο τότε γ.γρ. κ. Χριστόφιας), εν μιά νυκτί, Μεγ. Παρασκευή, ν’ ανακρούσει πρύμναν και από το «ΝΑΙ» (10 - 4) του Πολιτικού Γραφείου να συνταχθεί με τ’ «ΟΧΙ» στην Κεντρική Επιτροπή…
- Η ΔΕ ΗΓΕΣΙΑ του ΔηΣυ, που με το «μπλε-ρόζ» συνέδριό της, τους εκβιασμούς περί «μικρασιατικής καταστροφής» και «με το χέρι Κληρίδη εις το ιερόν ευαγγέλιο» υποστήριξε το «ΝΑΙ», είδε το 66% των ψηφοφόρων της να… αυτομολεί στο «ΟΧΙ»…
Α Λ Λ’ ΟΜΩΣ, μετά το συντριπτικό 76% του 2004, δεν υπήρξε ηγεσία ικανή ν’ αρθεί στο ύψος των περιστάσεων, να παραμερίσει τους μικροκομματικούς δισταγμούς, τις διζωνικές αγκυλώσεις και τις στρατηγικές ανεπάρκειές της, ώστε να τραβήξει μπροστά στον σχεδιασμό και υλοποίηση μιας Νέας Εθνικής Στρατηγικής, με τα φτερά που της πρόσφερε ο ίδιος ο λαός. Έτσι αφέθηκαν να αλωνίζουν και να ροκανίζουν οι διαχρονικώς βαλτωμένοι στη διζωνική. Με αποτέλεσμα, το 2008, ν’ ανέλθει στην προεδρία ο «ορκισμένος να τσιμεντώσει το ΝΑΙ» κ. Χριστόφιας, περιστοιχισμένος απ’ τους Αναν-ιστές. Στην ουσία, κυβερνώσα πλέον, η πολιτική του 24%. Εξ ου και η επί 3ετία υποστήριξη Χριστόφια απ’ τον Αναστασιάδη.
Τ Ω Ρ Α οι συνεπέστερα αμετανόητοι Αναν-ιστές, απεγνωσμένα ικετεύουν τον Χριστόφια «να καταγγείλει τον απορριπτισμό ενώπιον του λαού, να ζητήσει ανακωχή και συνεργασία με τον ΔηΣυ, ώστε να φτάσουμε σε λύση πριν από τις προεδρικές» (άρθρο του κ. Λ. Ηγουμενίδη, «Πολίτης» 12.3.12 σελ.14).
Ι Κ Α Ν Ο ηγέτη που να εκφράζει αυθεντικά την αντι-διζωνική πλειοψηφία του λαού, για να ξεκολλήσει επιτέλους ο τόπος απ’ τον διαχρονικό βάλτο, πότε άραγε θα βρει για να εκλέξει στην προεδρία το αυξηθέν έκτοτε 76%;
ΕΡΩΤΗΣΗ
Εκείνη την «προσάρτηση - ενσωμάτωση» σκόπιμα, άραγε, την ξεφούρνισε πάνω σ’ άνεμο ο Μπαγίς, για να ενισχύσει τους εκβιασμούς περί δήθεν «οριστικής διχοτόμησης με μαθηματική ακρίβεια», ώστε να πετύχει λύση - διάλυσης της ΚΔ και «συνεταιρισμό» για την προεδρία της ΕΕ, και προπάντων για τα κοιτάσματα στην ΑΟΖ, περί των οποίων και οι προ καιρού εκβιασμοί Ντάουνερ;


Πηγή : www.simerini.com.cy

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

Το κινέζικο “kowtow”

Του Γιάννου Χαραλαμπίδη
Δρ. Διεθνών Σχέσεων



Ακόμη χίλια χρόνια να συνεδριάζει το Εθνικό Συμβούλιο, δεν θα καταφέρει να δημιουργήσει συνθήκες βιώσιμης λύσης. Διότι ο στόχος της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας, ενώ ρητορικώς εμφανίζεται ως επανένωση, στην πράξη πρόκειται για λύση διχοτομική, η οποία δεν στηρίζεται σε αρχές, αλλά στα τετελεσμένα της εισβολής, δηλαδή στον γεωγραφικό, διοικητικό και πληθυσμιακό διαχωρισμό της Κύπρου. 

Ουτοπία και ομοσπονδία
Συνεπώς, εάν θεωρηθεί ότι αυτή είναι η λύση, δηλαδή της ομοσπονδίας, θα είναι διχοτομικού χαρακτήρα. Οπότε το Εθνικό Συμβούλιο δεν θα πρέπει να παραμείνει κολλημένο στην υπό συζήτηση ομοσπονδία, αλλά λογικό δεν θα ήταν να αποφασίσει ποια είναι η καλύτερη μορφή διχοτόμησης; Διότι, η επιμονή στη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, καθίσταται λύση ουτοπική στα μάτια της κοινής γνώμης, εφόσον επί σειράν ετών δεν καταλήγει σε θετικό αποτέλεσμα.
Υπό αυτές τις συνθήκες αυξάνεται μεταξύ της κοινής γνώμης η τάση για διχοτόμηση, διότι θεωρούν τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία ως επιλογή χειρότερη από την υφιστάμενη κατάσταση. Ο πολίτης όλο και περισσότερο κατανοεί ότι: Για να υπογραφεί η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία και να γίνει εφικτή, θα πρέπει να υπογράψουμε συνθηκολόγηση. Θα είναι, όμως, ουτοπία η επανένωση.
Η εναλλακτική επιλογή λύσης
Εφόσον το Εθνικό Συμβούλιο δεν κατανοεί τα αυτονόητα, είτε το Κυπριακό δεν θα επιλυθεί στη βάση της επανένωσης είτε η κατάσταση θα διαιωνιστεί. Θα έχουμε, δηλαδή, είτε μια de facto είτε μια de jure διχοτόμηση. Συνεπώς, αυτό το οποίο χρειάζεται δεν είναι μόνο αλλαγή στρατηγικής, αλλά και στόχου. Συναφώς, επισημάνουμε ότι η εναλλακτική επιλογή μπορεί να στηριχθεί επί των ακόλουθων πυλώνων:
1. Της δημοκρατικότητας και της ΕΕ: Η λύση θα πρέπει να στηρίζεται επί των δημοκρατικών αρχών και όχι να ονοματίζεται και ακολούθως να επιδιώκεται ο ακρωτηριασμός των ατομικών ανθρωπίνων και άλλων δικαιωμάτων. Ως εκ τούτου, η διαδικασία θα είναι από κάτω προς τα πάνω και όχι από πάνω προς τα κάτω. Έτσι, οι πυλώνες της λύσης θα είναι οι δημοκρατικές αρχές και αξίες, καθώς και οι τέσσερις θεμελιώδεις ελευθερίες επί των οποίων στηρίζεται η ΕΕ, όπως της διακίνησης κεφαλαίων, αγαθών, προσώπων και υπηρεσιών.
Επί τούτων προστίθενται οι θεμελιώδεις αρχές της ελεύθερης εγκατάστασης και περιουσίας καθώς και η αρχή 'ένας άνθρωπος μια ψήφος'. Συνεπώς, αντί της ομοσπονδιακής καθαυτό δομής, στην Κύπρο θα μπορούσε να εφαρμοστεί ένα κράτος ενιαίο, συνέχεια της Ζυρίχης, χωρισμένο σε έξι επαρχίες - ζώνες εκ των οποίων οι δύο θα μπορούσαν να ήταν δυνατό να αυτοδιοικούνται από Τουρκοκυπρίους, χωρίς να έχουν δικαιώματα πολιτειακού επιπέδου και με το κοινοτικό κεκτημένο να είναι πλήρως εφαρμοσμένο σε ολόκληρη την Κύπρο, χωρίς φυλετικές και εθνολογικές διακρίσεις, με μια κεντρική εξουσία, μια κυβέρνηση, μια ιθαγένεια, καθώς και με πλήρη σεβασμό στην αρχή 'ένας άνθρωπος μια ψήφος'.
2. Του γεωστρατηγικού χαρακτήρα του προβλήματος: Κλειδί για τη βιωσιμότητα της λύσης είναι η αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων, η οποία είτε θα προκύψει μέσω πολέμου είτε διά της διπλωματικής οδού. Εφόσον ο ελληνικός στρατός δεν μπορεί να εκδιώξει τον τουρκικό από την Κύπρο και εφόσον ο πόλεμος αποκλείεται ως επιλογή, τότε θα πρέπει να εξευρεθεί ένας άλλος στρατός, ο οποίος να είναι ισχυρότερος του τουρκικού. Και αυτός ο στρατός είναι του ΝΑΤΟ.
Υπό αυτές τις συνθήκες θα πρέπει η Κύπρος να υποβάλει αίτηση ένταξης στο ΝΑΤΟ και να εγκαταλειφθεί η θέση περί αποστρατικοποίησης, που σημαίνει τη δημιουργία, μετά τη λύση, δύο χωριστών στρατιωτικών αγημάτων, ενός ελληνοκυπριακού και ενός τουρκοκυπριακού, που θα έχουν χωριστές αλλά και μια κοινή διοίκηση, που θα εκπροσωπεί το κράτος διεθνώς.
Βεβαίως, υπάρχει και ο ισχυρισμός ότι, εάν η Κύπρος υποβάλει αίτηση ένταξης στο ΝΑΤΟ, η Τουρκία θα ασκήσει βέτο. Ας βάλει χίλια βέτο! Σε μια τέτοια περίπτωση, η Λευκωσία θα μπορεί να δικαιολογήσει το πλήρες πάγωμα των ενταξιακών διαδικασιών της Τουρκίας και να αποδείξει ότι η άλλη πλευρά δεν επιθυμεί λύση στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού, αλλά τη νομιμοποίηση του γεωστρατηγικού ελέγχου της Κύπρου όπως αυτή προέκυψε από την εισβολή, ως αποτέλεσμα της τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής. Η πρόταση λειτουργικής λύσης θα μπορούσε να στηριχθεί στη λογική του win-win situation και θα μπορούσε να στηριχθεί στην εξής λογική: Α. Ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ και ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ ή παραχώρηση καθεστώτος ειδικής σχέσης. Β. Δημοκρατική και ευρωπαϊκή λύση στο Κυπριακό, δημοκρατική και ευρωπαϊκή Τουρκία.
Η Κύπρος είναι ΝΑΤΟ…
ΑΛΛΩΣΤΕ, επειδή περί ΝΑΤΟ ο λόγος, αληθές είναι ότι η Κύπρος είναι εκ των πραγμάτων ΝΑΤΟ, αλλά επί σειράν ετών η ηγεσία του νησιού δεν ήθελε και δεν θέλει να δει την αλήθεια: Η ΕΛΔΥΚ είναι ΝΑΤΟ, η ΤΟΥΡΔΥΚ και ο παράνομος τουρκικός στρατός κατοχής είναι ΝΑΤΟ και οι Βρετανικές Βάσεις είναι επίσης ΝΑΤΟ. Όλοι, άμεσα ή έμμεσα, ενεργούν μέσω Κύπρου και κυρίως Βρετανοί και Τούρκοι, απολαμβάνοντας οφέλη, που δεν απολαμβάνει όμως η κυπριακή Κυβέρνηση, η οποία είναι εκτός ΝΑΤΟ. Και στην ουσία, τμήμα των δικών της κυριαρχικών δικαιωμάτων σε ζητήματα άμυνας και εξωτερικής πολιτικής ασκούνται από την Τουρκία και τη Βρετανία.
Εάν η Κύπρος ενταχθεί στο ΝΑΤΟ θα ενισχύσει την ασφάλεια και την κυριαρχία της και θα σπάσει η μονοπωλιακή σχέση της Τουρκίας και της Βρετανίας με το ΝΑΤΟ μέσω Κύπρου. Υπάρχει, όμως, ακόμη ένας λόγος για την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ. Καλύπτεται το ζήτημα της ασφάλειας και των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων. Εξουδετερώνεται ο ισχυρισμός της Άγκυρας ότι βρίσκεται στην Κύπρο για την προστασία των Τουρκοκυπρίων, αλλά και για τη δική της ασφάλεια, υπό την έννοια ότι από την Κύπρο θα μπορεί να απειληθεί η Τουρκία στο μαλακό της υπογάστριο. Εφόσον η Κύπρος θα είναι ΝΑΤΟ, ποιον ισχυρισμό θα μπορεί να προβάλει η Τουρκία; Ότι το ΝΑΤΟ απειλεί τους Τουρκοκύπριους ή την ασφάλειά της μέσω Κύπρου; 

Στρατηγικές συμμαχίες και φυσικό αέριο 

ΕΝΑΣ τρίτος πυλώνας είναι αυτός των στρατηγικών συμμαχιών και του φυσικού αερίου ως στρατηγικού εργαλείου και κινήτρου για τη λύση. Και επί τούτου θα πρέπει να επισημανθεί ότι απαραίτητη προϋπόθεση είναι το ξεκαθάρισμα του στόχου της λύσης. Διότι, τελικώς, καμιά λογική δεν υπάρχει ώστε να χρησιμοποιήσουμε το φυσικό αέριο και τα πετρέλαια για μια διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, που θα υλοποιεί τουρκικούς και βρετανικούς διχοτομικούς στόχους.
Καμιά επίσης λογική δεν μπορεί να οδηγεί στην απόφαση ότι θα πρέπει να περάσει αγωγός από την Κύπρο στην Τουρκία για τη μεταφορά του φυσικού αερίου. Γιατί; Διότι εάν συμβεί κάτι τέτοιο, το νησί -και πολιτειακά και γεωοικονομικά- θα τεθεί υπό την εξάρτηση της Τουρκίας. Εάν τα πράγματα δεν ήταν έτσι και ήταν αλλιώς, τότε γιατί το Ισραήλ να μην περάσει αγωγό προς την Τουρκία για να εκμεταλλευτεί το φυσικό του αέριο;
Το Ισραήλ δεν το πράττει, διότι ουδόλως επιθυμεί να βρεθεί υπό τουρκική εξάρτηση εφόσον μπορεί να την αποφύγει μέσω της Κύπρου, με την οποία επιδιώκει συμμαχία, η οποία όμως θα πρέπει να έχει στρατηγικό χαρακτήρα. Και να καλύπτει τομείς από την άμυνα ώς την οικονομία και τη ναυτιλία. Η Κύπρος μπορεί να γίνει περιφερειακό, εμπορικό και ναυτιλιακό περιφερειακό κέντρο της ΕΕ.
Και είναι σημαντικό να προεκταθεί η συμμαχία Κύπρου - Ισραήλ και προς την Ελλάδα, υπό την έννοια ότι θα καθοριστεί η ελληνική ΑΟΖ και θα υπογραφεί συμφωνία με τη Λευκωσία. Μια συμφωνία Ελλάδας - Κύπρου - Ισραήλ ανατρέπει τον επί μακρόν τουρκικό σχεδιασμό για τη μετατροπή της περιοχής, από τη Μαρμαρίδα ώς την Αλεξανδρέττα, ως τουρκική λίμνη ενταγμένη στους ενεργειακούς σχεδιασμούς της Τουρκίας, που περιλαμβάνουν την εμπέδωσή της ως περιφερειακής ηγεμονικής δύναμης, γεγονός που κανείς δεν θα ήθελε. Και δη το Ισραήλ.
Υπό αυτές τις συνθήκες και με την εμπλοκή νέων πολυεθνικών εταιρειών για την εκμετάλλευση του φυσικού αερίου της περιοχή μας, θα έχουμε ένα νέο γεωπολιτικό σκηνικό που δημιουργεί νέα -θετικά για την Κύπρο- ισοζύγια δυνάμεων. Και προϋποθέσεις για δημοκρατική λύση. Υπό αυτές τις συνθήκες η Τουρκία δεν θα εμφανίζεται, κυρίως προς την Ευρώπη, ως ο μόνος ενεργειακός διάδρομος και ως εκ τούτου η στάση των εταίρων μας, όταν θα διατυπώνουν θέσεις στη σχέση μας με την Τουρκία, θα παρουσιάζει ένα νέο ποιοτικό στοιχείο:
Μέχρι τώρα ψηφίζουν με γνώμονα το δίκαιο, ενώ ταυτοχρόνως κρύβονται πίσω από το Κυπριακό για να δημιουργήσουν προβλήματα στην πλήρη τουρκική ένταξη. Με τα νέα δεδομένα, η όποια υποστήριξη των εταίρων θα έχει το ποιοτικό στοιχείο, που απολαμβάνει σήμερα η υποστήριξη που δίδουν μεγάλη ομάδα των εταίρων μας στην Τουρκία. Ότι, δηλαδή, μέσω της Κύπρου θα εξυπηρετούνται τα δικά τους ενεργειακά συμφέροντα, ενδεχομένως, κατά τρόπον καλύτερο, ακόμη και από αυτόν με τον οποίο εξυπηρετούνται ή θα μπορούσαν να εξυπηρετηθούν μέσω της Τουρκίας.
Οι «Ευρωπαίοι βάρβαροι» και οι Κινέζοι ηγεμόνες 
ΤΟ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ στη λύση του Κυπριακού είναι η οικοδόμηση νέας υφιστάμενης στρατηγικής και στόχου, καθώς και η κατάσταση και η ψυχολογία της ηττοπάθειας και της υποτελούς πολιτικής πρακτικής προς τον ηγεμόνα, με την παροχή συνεχών δώρων όπως η εκ περιτροπής Προεδρία, η σταθμισμένη ψήφος, η παραμονή εποίκων και η μετατροπή των Τούρκων που θα διαμένουν στην Κύπρο σε Ευρωπαίους πολίτες!
Και η ιστορία αυτή θυμίζει το απόσπασμα από το τελευταίο βιβλίο του Χένρι Κίσινγκερ, ο οποίος περιγράφει το “Κινεζικό Κowtow”, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο οι «Ευρωπαίοι βάρβαροι» έπρεπε να δείξουν την υποταγή και την υποτέλειά τους προς τους Κινέζους αφέντες. Και όπως εξηγεί ο Κίσινγκερ, το “Κowtow” περιλαμβάνει τρεις φορές άγγιγμα του κεφαλιού στο έδαφος ενώπιον του ηγεμόνα! Και δεκατρείς, βεβαίως, υποκλίσεις να γίνονταν στους Κινέζους ή να γίνουν στους Τούρκους, κανείς Ευρωπαίος και κανείς δικός μας δεν μπορεί να κερδίσει τον σεβασμό είτε των Κινέζων είτε των Τούρκων.
Διότι θα μας θεωρούν υποτελείς και με βάση την οθωμανική πρακτική γκιαούρηδες, όπως μου είχε πει λίαν προσφάτως ένας Τούρκος αριστερός διανοούμενος. Ναι, μου είπε, έτσι σας βλέπουν οι Κεμαλιστές, αλλά και οι Ισλαμιστές του Ερντογάν, γκιαούρηδες· δηλαδή, πρόσθεσε, πολίτες δεύτερης κατηγορίας!
Πηγή : www.simerini.com.cy

Κρίση στην Ανατολική Μεσόγειο;


Του Σάββα Ιακωβίδη

Η ανακάλυψη κολοσσιαίων ποσοτήτων φυσικού αερίου και/ή πετρελαίου στη λεκάνη της Λεβαντίνης είναι ευλογία, υπό τις δοσμένες δυσμενείς οικονομικές συνθήκες και την παγκόσμια κρίση. Ενδέχεται, όμως, να μετεξελιχθεί σε κατάρα, αν προκληθεί κρίση και ίσως πολεμική ανάφλεξη εξαιτίας της επιβουλής της Τουρκίας και της εμπλοκής μεγάλων δυνάμεων και εταιρειών-κολοσσών με τρομακτικά ενεργειακά συμφέροντα. Είναι πια δεδομένο ότι η Μεσόγειος, από την Κρήτη μέχρι και τις ακτές του Ισραήλ και του Λιβάνου, ίσως και της Συρίας, συνιστά μια τεράστια λίμνη φυσικού αερίου και πετρελαίου, που συμποσούνται σε τρισεκατομμύρια κυβικά μέτρα και βαρέλια.
Αυτή η ανακάλυψη, πρώτα σε ισραηλινά βυθοτεμάχια, που ενισχύθηκε πέρσι, με την επισημοποίηση της ανακάλυψης και ανάλογων ποσοτήτων σε κυπριακό βυθοτεμάχιο, ενέχει ύψιστες ενεργειακές, γεωπολιτικές και οικονομικές, στρατιωτικές και στρατηγικές διαστάσεις και προεκτάσεις. Δεν αποκλείεται, στο εγγύς ή στο προσεχές μέλλον, αυτό το ενεργειακό Ελντοράντο ν' αποτελέσει τη θρυαλλίδα μιας πολεμικής σύγκρουσης για τον διαμοιρασμό ή την αρπαγή αυτού του αμύθητου πλούτου. Η Κυπριακή Δημοκρατία δικαιούται να επιχαίρει για την ανακάλυψη υδρογονανθράκων στα βυθοτεμάχιά της αλλά… Απαιτείται η ανάλογη σώφρων ενεργειακή πολιτική και στρατιωτική προστασία των κοιτασμάτων και της αξιοποίησής τους. 

Οι ενεργειακοί παίκτες

Ήδη αναδύονται νέοι ενεργειακοί παίκτες στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Το Ισραήλ και η Κύπρος εντάσσονται στον ενεργειακό χάρτη και στη χορεία των χωρών παραγωγής ενέργειας. Η Αίγυπτος από χρόνια είναι παραγωγός χώρα φυσικού αερίου και πετρελαίου. Ο Λίβανος εκδηλώνει σοβαρό ενδιαφέρον και οι πρόσφατες κυπρο-λιβανικές συνομιλίες αποβλέπουν στην επισημοποίηση της συμφωνίας για την ΑΟΖ μεταξύ των δύο χωρών. Υπάρχει ένα κώλυμα: Η Βηρυτός επιμένει ότι τότε μόνο θα επικυρώσει την ΑΟΖ με την Κύπρο όταν επιλυθούν διαφορές της με το Ισραήλ. Η Συρία βρίσκεται σε εμφύλια διαμάχη και το μέλλον του αιμοσταγούς δικτάτορα, Άσαντ, φαίνεται να είναι προδιαγεγραμμένο. Η νέα Συρία, ποια στάση θα τηρήσει έναντι της Κύπρου και των γειτονικών χωρών; Άγνωστον.
Προς δυσμάς είναι η Ελλάδα. Παρά τη δεινή οικονομική κατάσταση, στην οποία βρίσκεται, ήδη αδειοδοτούνται περιοχές της χώρας για έρευνες για φυσικό αέριο και κυρίως πετρέλαιο στο Αιγαίο, στο Κρητικό πέλαγος και στο Ιόνιο πέλαγος. Αυτή η δραστηριότητα φαίνεται να ξεκίνησε μετά την επίσκεψη της Αμερικανίδας Υπουργού Εξωτερικών, Χίλαρι Κλίντον, στην Αθήνα, τον περ. Ιούλιο. Λίγες ημέρες αργότερα, άρχισαν επίσημες ενέργειες για ανακάλυψη υδρογονανθράκων. Προκαταρκτικές εκτιμήσεις αναφέρουν ότι στο Ιόνιο πέλαγος υπάρχουν 22 δισεκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και στο Βόρειο Αιγαίο γύρω στα 4 δισεκατομμύρια βαρέλια. Σε αυτούς τους παίκτες να προστεθούν οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Κίνα, η Νορβηγία, η Γαλλία, η Βρετανία και η Ε.Ε. ως ενότητα κρατών, που υποφέρουν από ενεργειακή δίψα.
Κλίντον, Μπράιζα και διαμοιρασμός μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας
Για να γίνουν κατανοητά τα τεράστια παιγνίδια, που παίζονται από καιρό και εκδηλώνονται τώρα, με την ανακάλυψη των κοιτασμάτων στην Αν. Μεσόγειο και, ασφαλώς και στις ελληνικές θάλασσες, πρέπει να επισημάνουμε τα ακόλουθα. Σύμφωνα με επισκοπήσεις, το φυσικό αέριο που ενδέχεται να ανακαλυφθεί στην Ελλάδα, υπολογίζεται σε αξία, σε περίπου 9 τρισεκατομμύρια δολάρια. Ακόμα και μέρος αυτού του ποσού να καλυφθεί, είναι αρκετό για ν' αλλάξει την Ελλάδα και την γύρω περιοχή. Το τραγικό και θλιβερό για την Ελλάδα είναι ότι αυτοί οι υπολογισμοί και οι προοπτικές διανοίγονται την ώρα που υπέγραψε μνημόνιο σωτηρίας της, διά του οποίου εκχωρείται και μέρος της εθνικής κυριαρχίας της.
Το ΔΝΤ, η Ε.Ε. και η Γερμανία απαιτούν εκποίηση σημαντικών κρατικών πόρων για να μειώσει το χρέος της. Επίσης γίνεται λόγος για ιδιωτικοποιήσεις λιμανιών και κρατικών εταιρειών. Το ΔΝΤ ζητά εκποίηση των πετρελαϊκών συμφερόντων της Ελλάδας. Πρόσφατα, ο καθηγητής Ευάγγελος Κουλουμπής υποστήριξε ότι με το πετρέλαιο, που θα βρεθεί στις ελληνικές θάλασσες, θα μπορούσε να καλύψει το 50% των αναγκών της χώρας. Φαίνεται, όμως, πως η Αθήνα λογαριάζει χωρίς τον… Αμερικανό ξενοδόχο. Η Χίλαρι Κλίντον, σύμφωνα με τον Αμερικανό αναλυτή, Ουίλιαμ Ένγνταλ, πήγε πέρσι στην Αθήνα με ένα μόνο θέμα στην ατζέντα της: Το ενεργειακό. Ο σύζυγός της, Μπιλ -τι παράξενη συγκυρία!..- είναι λομπίστας για την εταιρεία Noble Energy, ναι, αυτήν που ανακάλυψε τα κοιτάσματα φυσικού αερίου στα ισραηλινά και κυπριακό βυθοτεμάχια.
Μαζί της στην Αθήνα, η Χίλαρι πήρε και τον Ρίτσαρντ Μόρνινγκσταρ, ειδικό για την Ευρωασιατική Ενέργεια. Και μαντέψτε ποιος είναι το δεξί χέρι του; Ο γνωστός και σε μας, Μάθιου Μπράιζα. Αυτοί οι δύο, σύμφωνα με τον Ουίλιαμ Ένγνταλ, είναι οι αρχιτέκτονες της προσπάθειας ενεργειακής απομόνωσης της Ρωσίας και της Γκάζπρον, διά της δημιουργίας του αγωγού B-T-C (Μπακού, Τμπίλισι, Τσεϊχάν) έναντι του South Stream. Ο Μόρνινγκσταρ είναι ειδικός στην ενεργειακή διπλωματία και είναι αυτός που εισηγήθηκε στην Ελλάδα και στην Τουρκία, να παραμερίσουν τις διαφορές τους στην Κύπρο, να ενώσουν δυνάμεις και να μοιραστούν τα οφέλη και τα κέρδη από το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο, ειδικά στο Αιγαίο, αλλά πώς; Ελλάδα και Τουρκία να εισπράττουν 20% η καθεμιά και το υπόλοιπο 60%, να το εισπράττει η… Noble Energy!
Πρόσφατα, ο ειδικός σε θέματα ενέργειας, Ντέιβιντ Χάινς, του Πανεπιστημίου Tulane, υποστήριξε, σε εκδήλωση στην Αθήνα, ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να αποπληρώσει όλο το χρέος της, από το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο που διαθέτει. Υπολογίζει ότι η εκμετάλλευση των ελληνικών κοιτασμάτων θα μπορούσε να αποφέρει 302 δισεκατομμύρια δολάρια σε 25 χρόνια. Αν την αφήσουν τα ξένα αρπακτικά… και η Τουρκία.
Οι απειλές της Τουρκίας
Τις τελευταίες ημέρες, με αφορμή και το Κυπριακό, η Τουρκία πολλαπλασιάζει τις απειλές εναντίον της Κύπρου. Πριν από μια εβδομάδα, σε συνέντευξή του στο τηλεοπτικό πρόγραμμα του BBC, Hardtalk, ο διαπραγματευτής της Τουρκίας με την Ε.Ε., Εγκεμέν Μπαγίς, ισχυρίστηκε ότι η ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι διαφιλονικούμενη περιοχή. «Οι Ε/κύπριοι», είπε, «διενεργούν έρευνες σε μια διαφιλονικούμενη περιοχή και θα πρέπει να διαπιστώσουμε σε ποια χώρα ανήκει το φυσικό αέριο, στην Αίγυπτο, στην Τουρκία, στην Ελλάδα, στην Κύπρο ή στο Ισραήλ». Να θυμίσουμε ότι από την έναρξη ερευνών μέχρι την επισημοποίηση των κοιτασμάτων, η Τουρκία δεν σταμάτησε να απειλεί και να προειδοποιεί την Κύπρο ακόμα και με πόλεμο.
Την περ. Τετάρτη, ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών, Νταβούτογλου, σε δηλώσεις του επανέλαβε ότι δεν θα συνομιλήσει με την Κυπριακή Δημοκρατία, όταν θα ασκεί την προεδρία της Ε.Ε. και πρόσθεσε: «Αντικειμενικός σκοπός μας είναι να υπερασπιστούμε τα θεμελιώδη δικαιώματα των Τ/κ και να προστατεύσουμε τα τουρκικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο». Ποια είναι τα «θεμελιώδη δικαιώματα» των Τ/κ, κατά τον Νταβούτογλου; Ο εξ ημισείας διαμοιρασμός των κερδών από το φυσικό αέριο! Και ποια είναι τα «τουρκικά συμφέροντα στην Αν. Μεσόγειο»; Η διεκδίκηση εκτενούς τμήματος της ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η κυπριακή απάντηση
Πέραν της καταγγελίας της τουρκικής επιθετικότητας, η Λευκωσία προχώρησε στην τρίτη παρουσίαση στο Λονδίνο τού δεύτερου γύρου αδειοδότησης για τα υπόλοιπα βυθοτεμάχιά μας. Τέσσερα σημαντικά γεγονότα χαρακτηρίζουν τις εξελίξεις τις τελευταίες εβδομάδες:
Πρώτον, η επίσημη επίσκεψη, για πρώτη φορά, του Ισραηλινού Πρωθυπουργού, Νετανιάχου, στη Λευκωσία. Γίνεται αντιληπτόν ότι Κύπρος και Ισραήλ συζήτησαν ενέργεια, εκμετάλλευση και ασφάλεια. Δημοσιεύματα, που διαψεύστηκαν επίσημα, έκαναν λόγο για στρατιωτική συνεργασία των δύο χωρών, δημιουργία ειδικού ισραηλινού στρατιωτικού σώματος προστασίας των κοιτασμάτων και συμμετοχή του Ισραήλ σε τερματικό φυσικού αερίου στην Κύπρο.
Δεύτερον, την περ. Δευτέρα, Ισραήλ και Κύπρος υπέγραψαν συμφωνία εκπόνησης μελέτης βιωσιμότητας για τη δημιουργία υποθαλάσσιου καλωδίου ηλεκτρικής ενέργειας ανάμεσα στα κράτη της Μεσογείου, με την ονομασία Euroasia Interconnect. Επικεφαλής είναι ο όμιλος ΔΕΗ Quantum Energy.
Τρίτον, η υπογραφή μνημονίου συνεργασίας Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ στον τομέα της ενέργειας και ηλεκτρισμού.
Τέταρτον, το ενδιαφέρον από κρατική κινεζική εταιρεία να επενδύσει στο κυπριακό φυσικό αέριο και στο πετρέλαιο.
Ισραήλ και Ιράν, Ελλάδα και Κύπρος
Όλα τα πιο πάνω τίθενται υπό την προοπτική ενός πιθανού ισραηλινού προληπτικού κτυπήματος κατά των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν. Στο Ισραήλ ολοένα και εντείνονται οι συζητήσεις για την προοπτική ενός κτυπήματος, κατά το πρότυπο των εγκαταστάσεων του Ιράκ, παλαιότερα. Όμως, η συζήτηση και οι ανησυχίες εστιάζονται στην επόμενη μέρα. Τι θα συμβεί, δηλαδή, πώς το Ιράν θα αντιδράσει, ποιες θα είναι οι στρατιωτικές, οικονομικές, ενεργειακές, πολιτικές, διπλωματικές και άλλες επιπτώσεις στην περιοχή και στον κόσμο. Ειδικοί αναλυτές εκτιμούν ότι οι ΗΠΑ δεν πρόκειται ν' αφήσουν το Ιράν να χρησιμοποιεί το πετρέλαιο και τα στενά του Χορμούζ ως όπλο εκβιασμού της Δύσης.
Η συζήτηση στο Ισραήλ μεταξύ εκείνων που σχεδιάζουν την πολιτική της χώρας, με επικεφαλής τον Πρωθυπουργό Νετανιάχου και τον Υπουργό Άμυνας, Μπαράκ, επικεντρώνεται στις διάφορες πτυχές μιας τέτοιας επιχείρησης: Πόσο προετοιμασμένο είναι το Ισραήλ να αντιμετωπίζει ιρανικά αντίποινα; Ποιες θα είναι πιθανές επιπτώσεις στις αμερικανο-ισραηλινές σχέσεις και στις σχέσεις του Ισραήλ με άλλες χώρες; Πόσο θα επηρεαστούν οι αγορές πετρελαίου; Ποιος θα είναι ο αντίκτυπος στις οικονομίες των χωρών; Ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στο καθεστώς της Τεχεράνης; Μετά από ένα κτύπημα στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, ποια διέξοδος υπάρχει για γρήγορο τερματισμό της κρίσης, πριν τελματωθεί;
Η πιθανότητα τέτοιων εξελίξεων πρέπει να απασχολεί και τη Λευκωσία και την Αθήνα, παρά τις οικονομικές και στρατιωτικές αδυναμίες τους. Ακριβώς εξ αυτού του δεδομένου, η Ελλάδα και η Κύπρος έχουν έννομο συμφέρον να ισχυροποιήσουν -αν δεν το έπραξαν ήδη- τη συμμαχία και να συμπήξουν στρατιωτική συνεργασία με το Ισραήλ. Και για έναν άλλο λόγο, πέραν της προστασίας των υδρογονανθράκων τους: Να αντιμετωπίσουν ενδεχόμενη πολεμική ενέργεια εκ μέρους της Τουρκίας σε βάρος της Κύπρου ή και της Ελλάδας.
Οι δηλώσεις Μπαγίς και Νταβούτογλου και παλαιότερες του ασθενούντος Ερντογάν είναι ενδεικτικές των τουρκικών προθέσεων που δεν πρέπει ουδαμώς να υποτιμώνται. Πέραν της αμφισβήτησης της κυριαρχίας της κυπριακής και της ελληνικής ΑΟΖ, δεν αποκλείεται η Τουρκία να προχωρήσει και σε πιθανό θερμό επεισόδιο, αν οι συγκυρίες ή και συνεχιζόμενη στρατιωτική αδυναμία της Κύπρου και της Ελλάδας, το επιτρέψουν.
Πηγή : www.simerini.com.cy