Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυπριακόν-Πυρηνικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυπριακόν-Πυρηνικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

Που το πηγαίνει με τις πυρηνικές φιλοδοξίες η Τουρκία;

Οι πρωτοβουλίες του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Ιαπωνία, όπου «ζήτησε και πέτυχε την προσθήκη όρου στη σύμβαση… που επιτρέπει τον εμπλουτισμό ουρανίου και την εξαγωγή πλουτωνίου από χρησιμοποιημένο πυρηνικό καύσιμο», είναι απολύτως φυσικό να βάζει τη λογική των αναλυτών σε σοβαρή δοκιμασία, αφού οι επιπτώσεις ενδεχόμενης πυρηνικοποίησης της Τουρκίας θα ήταν καταλυτικές. Αυτή όμως η παρατήρηση από μόνη της ίσως αποτελεί και το σοβαρότερο εμπόδιο που έχει να αντιμετωπίσει η Άγκυρα στην πορεία της προς την απόκτηση πυρηνικού οπλοστασίου.
Του Ζαχαρία Μίχα
(Διευθυντής Μελετών στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας / ISDA-IAAA)
Για ποιον λόγο η προοπτική πυρηνικοποίησης του Ιράν συνιστά μεγαλύτερη απειλή για τη διεθνή ασφάλεια συγκριτικά με μια ενδεχόμενη τουρκική; Το δε προφανές άγχος της τουρκικής ηγεσίας να ξεφύγει από το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει μετά από μια δεκαετία θριάμβων, γεωπολιτικών και οικονομικών, επίσης συμβάλλει στην αποτροπή κάθε ενδεχομένου αποδοχής μιας Τουρκίας εξοπλισμένης με πυρηνικά όπλα.
Το πυρηνικό οπλοστάσιο η Τουρκία δεν το χρειάζεται για να αντιμετωπίσει την Ελλάδα. Αντιθέτως, στο ελληνοτουρκικό μέτωπο θα μπορούσε να θεωρηθεί ακόμα και αντιπαραγωγικό, αφού θεωρητικά, πάντα θα υπάρχει η πιθανότητα να οδηγήσει σε πυρηνικοποίηση έναν αντίπαλο επί του οποίου διατηρείς συμβατική υπεροχή, συμβατικό πλεονέκτημα, ποσοτικό τουλάχιστον.
Πρόκειται για το δίλημμα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει η Ινδία και να απορροφήσει το κόστος της τελικής της επιλογής. Θυσίασε το συμβατικό της πλεονέκτημα απέναντι στο Πακιστάν για να αντιμετωπίσει τη μεγαλύτερη απειλή, αυτή που προέρχεται από την Κίνα. Κάτι παρόμοιο ισχύει και για την Τουρκία. Στην περίπτωσή της μάλιστα, ίσως το δίλημμα να είναι ακόμα χειρότερο μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου.
Η Ινδία είχε να αντιμετωπίσει την Κίνα. Δυνατότητα για στρατηγικές συμμαχίες εξισορρόπησης της κινεζικής απειλής – ισχύος υπάρχουν. Πέραν της παραδοσιακής σχέσης με τη Ρωσία, η οποία βέβαια διατηρεί στενή συνεργασία και με την Κίνα, όλες οι χώρες του «αμερικανικού μπλοκ» της περιοχής αποτελούν εν δυνάμει συμμάχους.
Οι ίδιες οι ΗΠΑ επιθυμούν να επενδύσουν στις διμερείς σχέσεις τους με την Ινδία για να εξισορροπήσουν την αυξανόμενη κινεζική ισχύ και τις συνεπακόλουθες διεκδικήσεις, άρα παρόμοιο στρατηγικό ενδιαφέρον επιδεικνύεται και από την Αυστραλία. Η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα επίσης, είναι δυνάμεις με τις οποίες η ανησυχία της ανάδυσης της Κίνας μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω σύσφιξη των αμυντικών σχέσεων. Υπάρχουν κι άλλες.
Στην περίπτωση της Τουρκίας τα πράγματα ήταν δύσκολα, πλέον όμως τείνουν να γίνουν απελπιστικά. Υπ’ αυτή και μόνο την έννοια, η «αυτοκρατορική – υπεροπτική» εξωτερική πολιτική των τελευταίων ετών από τον Αχμέτ Νταβούτογλου θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως απόπειρα συγκάλυψης της τεράστιας ανασφάλειας που βιώνει η Τουρκία, πλέον και διαιρεμένη, έχοντας σταδιακά συνειδητοποιήσει την καταστρεπτική αλλαγή προσανατολισμού στην εξωτερική της πολιτική, η οποία ανέτρεψε όσα ίσχυαν επί πολλές δεκαετίες, έχοντας εξασφαλίσει «αμερικανική ομπρέλα»