






Ανάμεσα στα Κρασοχώρια της περιοχής Λεμεσού βρίσκεται και το Κοιλάνι το οποίο είναι φημισμένο με πλούσια μακρόχρονη ιστορική παράδοση και πολιτιστική κληρονομιά. Είναι κτισμένο στην ανατολική πλευρά του βουνού Αφάμη και τα αμπέλια του καλύπτουν τεράστια έκταση, που το φέρνουν να συνορεύει με το χωριό Όμοδος, τα Μανδριά, το Πέρα Πεδί, τη Συλίκου, τη Λόφου και το Βουνί. Στο χωριό σώζονται κατάλοιπα και τοπωνύμια από την αρχαία εποχή. Είναι αποικία των Αρκάδων και πολλά τοπωνύμια αποδεικνύουν το γεγονός αυτό. Η ονομασία Κοιλάνι προέρχεται από την Κυλλήνη της Πελοποννήσου, το όνομα του βουνού Αφάμης από τον Ευφήμιο Δία της Αρκαδίας, καθώς και ο γκρεμός της Ήρας. Βρέθηκαν τάφοι με αγγεία ρωμαϊκής εποχής. Υπάρχουν ακόμη κατάλοιπα από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, από τη φραγκοκρατία, την τουρκοκρατία, και βέβαια από την πρόσφατη ιστορία του νησιού μας. Τον καιρό της Τουρκοκρατίας το χωριό είχε περίπου χίλια σπίτια, είχε άδεια για παραγωγή και επεξεργασία του μεταξιού, και ότι πλήρωνε μαζί με άλλα χωριά ειδικό φόρο για το στρατό. Ακόμα αναφέρει τα προϊόντα του, που ήταν σταφύλια κρασιά, φρούτα και λαχανικά, όπως και σήμερα. Διέθετε προϊόντα πεδινών περιοχών, από τα κτήματα που είχε στο Παραμάλι. Κατά την αγγλοκρατία υπήρξε διοικητικό κέντρο, διέθετε Κτηματολόγιο, Δικαστήριο, Αστυνομικό Σταθμό, Ιατρικό κέντρο και ταχυδρομείο. Στα παλιά χρόνια ο λιγοστός κόσμος του δούλευε σε μικρές βιοτεχνίες και εργαστήρια, όπως σιδεράδικα, τσαγκάρικα, ξυλουργεία. Στα σπίτια οι γυναίκες είχαν μεταξοσκώληκες, έβγαζαν μετάξι, ύφαιναν, κατασκεύαζαν μαντήλια, βράκες, ζώστρες. Κεντούσαν επίσης την πιπίλλα, τον κροσιέ και πολλά άλλα. Τα υφαντά τους ήταν εξαίρετα και έφτιαχνα ακόμα περίφημα τα εφταλοΐτικα μαντίλια. Τα νερά του ποταμού κρύου γύριζαν οι αλευρόμυλοι, που αποτελούσαν